Το κύρος
(αρχ. τό κῦρος) Στα ερμηνευτικά λεξικά ορίζεται ως “γενική αποδοχή της αξίας κάποιου” ή ως “επιβολή που ασκεί κάποιος λόγω της αναγνωρισμένης αξίας του, της θέσης που κατέχει”, ή απλώς ως ισχύς, ενώ στην αγγλική μεταφράζεται ως authority, validity ή prestige. Ισχύουν οι ορισμοί της λέξης στην πραγματική ζωή; Επιβεβαιώνονται στην ελληνική καθημερινότητα; Oι ερμηνείες…

