Σταύρος Ζουμπουλάκης – Εκδόσεις Πόλις- Σελίδες 44
Κυκλοφόρησε προ ολίγων εβδομάδων από τις Εκδόσεις «Πόλις» το ολιγοσέλιδο δοκίμιο του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τίτλο: «Η ανακοίνωση της αλήθειας στον άρρωστο». Στην ουσία είναι η δημοσίευση μιας βαρυσήμαντης ομιλίας του που ακούστηκε στο Ογκολογικό Συνέδριο “Ογκολογία, Quo Vadis” που οργάνωσε ο κ. Βασίλης Μπαρμπούνης στις 12-13 Σεπτεμβρίου 2025 στην Αθήνα.
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αναφέρεται στο δύσκολο θέμα της ανακοίνωσης της κακής είδησης στον άρρωστο και ιδιαιτέρως στον Ογκολογικό. Η πρωτοτυπία του κειμένου είναι ότι αναλύει το ζήτημα αντιστρόφως, δηλαδή από την πλευρά του ασθενούς. Στη συγγραφή αυτού του κειμένου οδηγήθηκε από προσωπική, οδυνηρή εμπειρία ατυχούς τρόπου και σκληρής διαδικασίας ενημέρωσης[1]. Μια εμπειρία που σημάδεψε την ζωή του και τον γέμισε αγωνία και αρνητικά συναισθήματα όταν συνέβη. Η επιδίωξή του ήταν οι σκέψεις του να διαβαστούν από ιατρούς και όλους τους εμπλεκόμενους στην φροντίδα των Ογκολογικών ασθενών, ώστε να κινητοποιηθεί η ευαισθησία τους επάνω σε αυτό το δύσκολο θέμα.
[1] Ραδιοφωνική συνέντευξη στην Αναστασία Γρηγοριάδου, στο 958FM, στις 21 Οκτωβρίου 2025 – ERT εcho https://share.google/1Gmet5Xyp04Y3aYcl
Η ανακοίνωση της δυσοίωνης εξέλιξης της νόσου στον ασθενή και το περιβάλλον του δεν είναι ένα υπηρεσιακό, διαδικαστικό ζήτημα που εντάσσεται απλά μέσα στο καθηκοντολόγιο του ιατρού, αλλά πρέπει να θεωρηθεί σαν μια κατ’ εξοχήν ηθική πράξη, μια πράξη αγάπης προς τον ασθενή συνάνθρωπο. Αν πιστέψουμε ότι η άσκηση της Ιατρικής είναι τέχνη, τότε μέσα σε αυτήν την άσκηση ο ιατρός οφείλει να μάθει την τέχνη της ανακοίνωσης της δυσάρεστης είδησης, χωρίς να συνθλίβει ψυχικά τον άρρωστο. Όταν ο ιατρός αποφασίσει να μιλήσει στον ασθενή του για δυσάρεστες εξελίξεις, πρέπει προηγουμένως να έχει επωμιστεί τον πόνο του ασθενούς, να ξέρει ότι του λέει κάτι βαρύ, κάτι που ουσιαστικά είναι μια πολεμική πράξη. Να συνειδητοποιεί ότι οριακά είναι μια ανακοίνωση θανάτου.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να αιτιολογήσει την ωμότητα και κυνικότητα πολλών ιατρών. Διαχωρίζει εμφατικά τον χαρακτήρα και την ειλικρίνεια του ιατρού από την τέχνη της ανακοίνωσης. Καλοπροαίρετα μάλιστα θέτει την υπόθεση ότι η ωμότητα μπορεί να οφείλεται στην υπερεργασία και εξάντληση των ιατρών. Επίσης, μερικοί ιατροί δεν αντέχουν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία. Υπάρχει ενδεχόμενο, αυτός που χρησιμοποιεί την ωμή αλήθεια να πιστεύει ότι κάνει το σωστό. Τέλος, θίγει την εξουσιαστική συμπεριφορά πολλών ιατρών πάνω στον εξουθενωμένο ασθενή. Αντίθετα σε όλα αυτά, ο συγγραφέας προτάσσει την καταλυτική σημασία της σχέσης ασθενούς και ιατρού, μιας σχέσης που προϋποθέτει εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια, αγαπητική στάση, ενδιαφέρον όχι μόνο για την νόσο, αλλά και για ηθικές παραμέτρους. Πάνω από όλα η σχέση ασθενούς και ιατρού περιέχει ιερότητα και ηθική αξία. Η “υπερτεχνολογικοποίηση” της ιατρικής μπορεί να δώσει θαυμαστά διαγνωστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, αλλά καταλύει δυστυχώς την σχέση ασθενούς και ιατρού. Ο σωστός τρόπος της ανακοίνωσης προϋποθέτει την ύπαρξη δημιουργικής σχέσης ανάμεσα σε ασθενή και ιατρό. Αν το πρόσωπο του αρρώστου αλλοιωθεί σε μια απρόσωπη εικόνα μιας εξέτασης ή μιας απεικόνισης, τότε αυτή η δύσκολη προσπάθεια της ανακοίνωσης της κακής είδησης είναι καταδικασμένη. Ο άρρωστος πρέπει να παραμείνει στα μάτια του ιατρού ως πρόσωπο με βιογραφικό, με σάρκα και οστά, με συναισθήματα, με αγωνίες, με οικογένεια και επιθυμίες. Όλοι οι ασθενείς δεν είναι ίδιοι, ούτε όλοι μπορούν να δεχτούν την κακή είδηση με ίδιο τρόπο. Ο ιατρός χρειάζεται να εγκύπτει στις ιδιαιτερότητες του εκάστου ασθενούς και με ψυχικό συμμερισμό να αρθρώσει λόγο αληθινό και συνάμα υποστηρικτικό. Όλη η τέχνη είναι το πότε και το πώς θα αρθρωθεί αυτός ο λόγος και πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει ο ασθενής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο συγγραφέας στην προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει ο ιατρός να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο γεγονός της βιαιότητας που δέχεται ο ασθενής από την κακή είδηση και συγχρόνως της ανάγκης της ενδυνάμωσης και ψυχικής προάσπισης του αρρώστου. Η ανακοίνωση της ιατρικής αλήθειας αποτελεί συστατικό στοιχείο της τέχνης του ιατρού. Απαιτείται προετοιμασία, συγκέντρωση, ετοιμότητα, να αφήνει περιθώρια ελπίδας και να συνοδεύεται από διαβεβαίωση της συνοδοιπορίας, με την έννοια ότι ο ιατρός ή η ιατρική ομάδα θα βρίσκεται στο πλευρό του ασθενούς ανεξάρτητα από το τί θα προκύψει στο άμεσο ή προσεχές μέλλον. Η τέχνη της ανακοίνωσης της κακής είδησης μαθαίνεται. Ο ιατρός θα πρέπει να εκπαιδεύεται για αυτή τη σημαντική διαδικασία. Όχι με πρωτόκολλα και papers, αλλά κυρίως μέσα στα Νοσοκομεία και μέσα σε ομάδες ιατρών, όπου η αποφάσεις λαμβάνονται μετά από συζητήσεις και ζυμώσεις.
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αποφεύγει σε όλο το κείμενο την λέξη “ενσυναίσθηση” (απόδοση της αγγλικής λέξης empathy)’ προτιμάει την έκφραση του ψυχικού συμμερισμού. Και επιμελώς αποφεύγει την ηθικολογία και τον δογματισμό. Όμως, με την συγγραφική ικανότητα που τον διακρίνει δίνει συμβουλές και προτάσεις χειρισμού της κακής είδησης στην διάγνωση μιας σοβαρής νόσου, αλλά και στην φάση της εξάντλησης όλων των διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών και την οδυνηρή προσμονή του θανάτου. Επισημαίνει τη σημασία της λειτουργίας μονάδων ανακουφιστικής φροντίδας, εκθειάζει και προβάλει το έργο των ανθρώπων που εργάζονται μέσα σε αυτές.
Το κείμενο-ομιλία του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι από τα πιο σημαντικά που δημοσιοποιήθηκαν στον χώρο της σύγχρονης Ογκολογίας. Ο βαθύτερος λόγος είναι ότι γράφτηκε από άνθρωπο που δεν είναι ιατρός, αλλά φίλος των ιατρών και ότι αναδύθηκε μέσα από βιωματική εμπειρία. Γνωρίζει την ψυχολογία των ιατρών, αναγνωρίζει τον ψυχικό κάματο των Ογκολόγων, έχει συναντήσει ιατρούς που δεν έχουν πιάσει ούτε τον σφυγμό αρρώστου, έχει ακούσει ασθενείς και συγγενείς τους που έχουν τραυματιστεί από την κυνικότητα των ιατρών. Όμως το σπουδαιότερο είναι ότι η ανακοίνωση της αλήθειας στον άρρωστο πέρα από ηθική πράξη είναι και πράξη αγάπης. Το δοκίμιο του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τη δύναμη του λόγου του και την ακρίβεια της κρίσης του θα ήταν χρήσιμο να διαβαστεί και να υιοθετηθεί από όλους τους Ογκολόγους και ιατρούς που θεραπεύουν ασθενείς με ανίατες νόσους. Και θα μπορούσε να υποδειχθεί από θεσμικούς φορείς σαν βιβλίο-οδηγός για την βελτίωση της τέχνης της ανακοίνωσης δυσάρεστων ειδήσεων των ιατρών που εκ της θέσης τους έχουν αυτή τη δύσκολη αποστολή. Είμαι σίγουρος, ότι θα το ευχόταν και ο ίδιος ο συγγραφέας.

Δρ. Χαράλαμπος Ανδρεάδης Παθολόγος Ογκολόγος, Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

