Το Σιωπηλό Αποτύπωμα της Αντικαρκινικής Θεραπείας
Η πρόοδος της ογκολογίας τις τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει ριζικά τη φυσική ιστορία του καρκίνου, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση της επιβίωσης, ακόμα και σε άτομα νεαρής ηλικίας [1]. Πράγματι, ολοένα και περισσότεροι επιβιώσαντες καλούνται να σκεφτούν τη ζωή μετά τη θεραπεία. Έτσι, καθώς η έμφαση της ογκολογικής φροντίδας μετατοπίζεται από την άμεση επιβίωση στη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ποιότητας ζωής, αναδύονται νέες προκλήσεις που αφορούν στις καθυστερημένες επιπλοκές της αντικαρκινικής θεραπείας. Ανάμεσά τους, η γοναδοτοξικότητα καταλαμβάνει κεντρική θέση, όχι μόνο ως βιολογική βλάβη των αναπαραγωγικών οργάνων, αλλά ως ζήτημα που αγγίζει την ταυτότητα, τον αυτοπροσδιορισμό και τη δυνατότητα μελλοντικού οικογενειακού προγραμματισμού των ασθενών.
Ως γοναδοτοξικότητα ορίζεται το αποτέλεσμα της επιβλαβούς επίδρασης χημειοθεραπευτικών, ακτινοθεραπευτικών και νεότερων συστηματικών αντικαρκινικών θεραπειών στη λειτουργία των γονάδων, δηλαδή στους όρχεις και τις ωοθήκες, και συνιστά ένα ζήτημα με σημαντικές κλινικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Παρότι οι μηχανισμοί ανάπτυξής της διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της θεραπείας, συγκλίνουν στο γεγονός ότι οι γονάδες, ως ιστοί υψηλής ευαισθησίας και περιορισμένης αναγεννητικής ικανότητας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες [2,3].
Στη φαρέτρα της αξιολόγησης της γονιμότητας, μετά από τη χρήση εν δυνάμει γοναδοτοξικών θεραπειών, χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός βιοδεικτών και απεικονιστικών εξετάσεων. Ένας από τους πιο αξιόπιστους δείκτες ωοθηκικού αποθέματος στις γυναίκες είναι η αντιμυλλέριος ορμόνη (AMH), ενώ οι θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) και η οιστραδιόλη αντικατοπτρίζουν τη λειτουργική κατάσταση του άξονα «υποθάλαμος–υπόφυση» [4]. Απεικονιστικά χρησιμοποιείται ο υπέρηχος έσω γεννητικών οργάνων για να μετρηθεί ο αριθμός των ωοθυλακίων (AFC). Στους άνδρες μετράται η ορμόνη inhibin B και η πιο συχνή εξέταση είναι το σπερμοδιάγραμμα (γνωστό και ως ανάλυση σπέρματος) [5].
Σε ό,τι αφορά στα είδη αντινεοπλασματικής θεραπείας, οι αλκυλιούντες παράγοντες που συχνά χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση σαρκωμάτων, καρκίνου μαστού και αιματολογικών κακοηθειών, αποτελούν τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα με τη μεγαλύτερη δυνατή επιβλαβή δράση, αφού μπορούν να μειώσουν σημαντικά το ωοθηκικό απόθεμα και να προκαλέσουν διαταραχές της περιόδου ή και πρόωρη εμμηνόπαυση. Τα πλατινούχα χημειοθεραπευτικά έχουν μέτριο κίνδυνο, ενώ οι ανθρακυκλίνες θεωρούνται γενικά λιγότερο τοξικές για τη γονιμότητα [2,3].
Οι νεότερες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης και της ανοσοθεραπείας, φαίνεται να έχουν μικρότερη άμεση επίδραση στη γονιμότητα, όμως μπορεί να προκαλέσουν ορμονικές διαταραχές που την επηρεάζουν έμμεσα. Η ιονίζουσα ακτινοβολία που χρησιμοποιείται στην ακτινοθεραπεία μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την αναπαραγωγική ικανότητα, όταν η ακτινοβόληση αφορά στις γονάδες ή σε άλλα όργανα εντός της πυέλου [2,3].
Η γοναδοτοξικότητα αναγνωρίζεται πλέον ως ουσιαστική παράμετρος ασφάλειας από τους διεθνείς ρυθμιστικούς οργανισμούς. Τόσο η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) όσο και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) υπογραμμίζουν την ανάγκη συστηματικής αξιολόγησης της επίδρασης των αντινεοπλασματικών θεραπειών στη γονιμότητα στο πλαίσιο των κλινικών μελετών, αλλά και τη σημασία της μακροχρόνιας παρακολούθησης των ασθενών [6,7].
Η προστασία της γονιμότητας οφείλει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ογκολογικής φροντίδας. Η έγκαιρη ενημέρωση πριν από την έναρξη της θεραπείας και η εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου αποτελούν το κλειδί για την εφαρμογή αποτελεσματικών στρατηγικών διατήρησης της γονιμότητας. Τέτοιες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν την κρυοσυντήρηση σπέρματος, ωαρίων ή εμβρύων, καθώς και την κρυοσυντήρηση ωοθηκικού ή ορχικού ιστού, ιδιαίτερα σε παιδιατρικό πληθυσμό ή σε ασθενείς στους οποίους απαιτείται άμεση εφαρμογή της θεραπείας. Συμπληρωματικά, σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ορμονική προστασία ή τροποποίηση των θεραπευτικών τεχνικών με στόχο τον περιορισμό της γοναδικής βλάβης [6,7].
Η ενσωμάτωση αυτών των παρεμβάσεων στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη αντανακλά τη μετάβαση της ογκολογίας από την επιβίωση με κάθε κόστος στην ουσιαστική διασφάλιση της μελλοντικής ποιότητας ζωής, αναγνωρίζοντας ότι πέρα από τη βιολογική διάσταση, η δυνατότητα αναπαραγωγικού σχεδιασμού είναι συνυφασμένη με την αίσθηση επιστροφής στην κανονικότητα και την προοπτική επαναπροσδιορισμού της ζωής μετά τη νόσο [8].
Εν κατακλείδι, η γοναδοτοξικότητα επιδρά αναντιλέκτως στη ζωή των ασθενών με κακοήθεια και δύναται να επηρεάσει τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων, αναδεικνύοντας έτσι την ανάγκη για ολιστική φροντίδα με κεντρικό άξονα τον σεβασμό στην αυτονομία τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Sung H, Ferlay J, Siegel RL, et al. Global Cancer Statistics 2020: GLOBOCAN Estimates of Incidence and Mortality Worldwide for 36 Cancers in 185 Countries. CA Cancer J Clin. 2021;71(3):209–249.
- 2. Steinmann M, Rietschin A, Pagano F, et al. Systematic review of the gonadotoxicity and risk of infertility of soft tissue sarcoma chemotherapies in pre- and postpubertal females and males. J Adolesc Young Adult Oncol. 2024;13(6):803-812.
- Meirow D, Biederman H, Anderson RA, Wallace WHB. Toxicity of chemotherapy and radiation on female reproduction. Clin Obstet Gynecol. 2010;53(4):727–739.
- Anderson RA, Wallace WHB. Antimüllerian hormone, the assessment of the ovarian reserve, and the reproductive outcome of the young patient with cancer. Fertil Steril. 2013;99(6):1469–1475.
- Meistrich ML., Effects of chemotherapy and radiotherapy on spermatogenesis. European Urology. 2013;65(1):141–149
- Su HI, Lacchetti C, Letourneau J, et al. Fertility Preservation in People With Cancer: ASCO Guideline Update. J Clin Oncol. 2025.
- Lambertini M, Peccatori FA, Demeestere I, et al. Fertility preservation and post-treatment pregnancies in post-pubertal cancer patients: ESMO Clinical Practice Guidelines. Ann Oncol. 2020;31:1664–1678.
- Loren AW, et al. Fertility preservation for patients with cancer: psychosocial implications and clinical counseling. J Adolesc Young Adult Oncol. 2023;12(2):145–158.



Βασιλική Μπεκιάρη, MSc, Study Coordinator, Καρδιολογική Κλινική Γ.Ν.Α. ΚΑΤ
Ωραιάνθη Φιστέ, MD, MSc, PhD, Παθολόγος – Ογκολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης ΔΘΚΑ «ΥΓΕΙΑ»
Μελπομένη Πέππα, Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

