Του Αλέξανδρου Αρδαβάνη
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια
Σελ. 240
Θα τολμούσα να πω ότι ο Αλέξανδρος Αρδαβάνης είναι ο εκφραστής της καθημερινής Οδύσσειας των Ελλήνων Παθολόγων Ογκολόγων, ο χρονογράφος -ας πούμε- της σύγχρονης Ογκολογικής περιπέτειας που διαδραματίζεται στα Ογκολογικά Νοσοκομεία, στις ψυχές και τα σώματα των καρκινοπαθών ασθενών και στις συνειδήσεις των σύγχρονων θεραπευτών Ογκολόγων. Δύσκολα θα υπήρχε κάποιος που να μη συγκινείται από το πάθος με το οποίο εστιάζει, αναλύει και αναδεικνύει τα ορατά και τα αόρατα των τραγικών σκηνικών στις πτέρυγες των καρκινοπαθών.
Ο Αλέξανδρος Αρδαβάνης είναι σπάνιο κράμα γνήσιου λογοτέχνη, εμβριθούς στοχαστή, ψυχολογικού αναλυτή, επιτυχημένου γιατρού. Καταφέρνει και αναδύει με καθαρότητα και ευαισθησία κάθε στιγμή του αγώνα της καθημερινότητας των ανθρώπων που ασχολούνται με τον καρκίνο και της αγωνίας των ανθρώπων που πάσχουν από καρκίνο. Απόσταγμα αυτής της ευαισθησίας του είναι σειρά βιβλίων που ακουμπούν την λογοτεχνία, την ποίηση, τον στοχασμό, την φιλοσοφία. Σπουδαγμένος στην Θεσσαλονίκη και πιθανά επηρεασμένος από τους λογοτέχνες αυτής της πόλης ακολουθεί την λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης, του εσωτερικού μονολόγου, όπου επικρατούν η ρευστή ροή της σκέψης, ο υποκειμενικός χρόνος, η συνειρμική, πυκνή, αενάως κυκλική γλώσσα, η θρησκευτική (εν προκειμένω στοχαστική) ατμόσφαιρα.
Το βιβλίο του “Θραύσματα και θροΐσματα” είναι μοναδικό στην βιβλιογραφία. Θα μπορούσα να το μετονομάσω σε “Θραύσματα στιγμών και θροΐσματα ψυχών” κι ας με συγχωρέσει ο συγγραφέας για την ανορθογραφία μου. Το πνεύμα του βιβλίου αιωρείται κυρίως πάνω από τα πάσης φύσεως συμβάματα που διαδραματίζονται στις πτέρυγες της Ογκολογικής κλινικής του Νοσοκομείου “Άγιος Σάββας” στην οποία ο συγγραφέας υπηρετεί επί δεκαετίες. Ναυάγια ασθενών στους οποίους ο καρκίνος συνήθως συνοδεύει ή σφραγίζει μια προηγούμενη τραγική ζωή, διηγήσεις άσημων, ταπεινών ανθρώπων που πνίγονται σε δάκρυα, θυμό, οδύνη, συμπεριφορές πασχόντων που αδυνατούν να διαχειριστούν το παράλογο, την πτώση και το τέλος, νοοτροπίες γιατρών και άλλων εργαζομένων στο σύστημα υγείας που χτίζουν τείχη γύρω τους σαν άμυνα στο σκληρό περιβάλλον, προσωπικές εξομολογητικές σκέψεις, όνειρα, εφιάλτες, χαρές, επιτυχίες, αδιέξοδα, αμφισβητήσεις του έμπειρου Ογκολόγου που διεγείρουν το συναίσθημα και το ενδιαφέρον του αναγνώστη του βιβλίου.
Το ύφος της γραφής του Αρδαβάνη είναι πολύ προσωπικό και ξεχωριστό. Με ιδιαίτερο τρόπο ο συγγραφέας διεισδύει σε αγεωγράφητα εσωτερικά τοπία, συγκρούεται με το ανεξερεύνητο, ξεκαθαρίζει συναισθήματα, αποκαλύπτει κρύφιες σκέψεις, μπαίνει τολμηρά σε αίτια και αιτιατά, φωτίζει σκληρές αλήθειες, αντικρούει συμβατικότητες και πλαδαρές στάσεις, συμπορεύεται με την τραγωδία, φτάνει με γενναιότητα στα περίχωρα του τέλους των ανθρώπων, κοιτάει στα μάτια τον θάνατο, αναδεικνύει νίκες και ήττες.
Ο Αρδαβάνης μεταμορφώνεται σε μια μηχανή μνήμης’ γίνεται συλλέκτης εμπειριών. Τα παθήματα των ασθενών του γίνονται και δικά του. Θρυμματίζει τον εαυτό για να προσεγγίσει τον άλλο. Θρηνεί τον περιθανάτιο ασθενή, οδύρεται για την ήττα. Ενίοτε ενοχικός, άλλοτε κυνικός, φορές οργισμένος, αλλά πάντοτε αγαπητικός και τρυφερός για τον πάσχοντα. Βιώνει ότι πορεύεται σε δρόμο μοναχικό, νοιώθει μοναξιά, δεν φοβάται να γυμνωθεί εσωτερικά, να αυτοσαρκαστεί, να δείξει εσωτερικές πληγές του, να παραδεχτεί την αδυναμία του. Με την τέχνη του λόγου του καταφέρνει να αναδείξει την αιωνιότητα της στιγμής, την μοναδικότητα του ενός, την ελπίδα μέσα από την ήττα, το τίποτε του δηθενισμού. Στιγματίζει τα κούφια λόγια, αμφισβητεί τους διθυράμβους που συνοδεύουν κάποιες επιστημονικές ανακοινώσεις, εμπιστεύεται το ένστικτο και την μακρόχρονη εμπειρία του, ερμηνεύει με αιρετικό τρόπο καμπύλες επιβίωσης, τέμνοντάς τες με σκέψεις που έχουν στόχο τον άνθρωπο σαν μοναδικό φαινόμενο και όχι το άτομο-κουκίδα μέσα στην στατιστική ανάλυση.
Εξαιρετική ευαισθησία δείχνει ο συγγραφέας στο θέμα του πόνου και ιδιαίτερα για τους ασθενείς τελικού σταδίου: “…Όποιος δεν έχει αγγίξει καρκινοπαθή στο τελικό στάδιο, δεν είναι ογκολόγος...” επαναλαμβάνει. Αλγεί και ο ίδιος με τους αλγούντες: “…Πονούσε τόσες μέρες, χωρίς να ξέρει, όπως κανένας δεν ξέρει άλλωστε, πως όλα σ’ ετούτη τη ζωή είναι πόνος, και μόνο έτσι υπάρχουμε και αναπνέουμε: πονώντας…”
Οι φιλοσοφικής φύσεως σκέψεις του είναι διάχυτες σε όλες τις σελίδες του βιβλίου. Σκέψεις για την αρρώστια, τον πόνο, την αδικία, τον θάνατο, το επέκεινα, για τον “απόντα” Θεό, για την ματαιότητα. Ο Αρδαβάνης έχει ασκητική διάθεση, αφού η εμπειρία της τραγωδίας των ανθρώπων του δημιουργεί απέχθεια προς υλικές απολαύσεις και ματαιόδοξες κοινωνικές εκδηλώσεις. Τον απασχολεί η πτωχεία των ασθενών, τον συναρπάζει η αξιοπρέπεια και η περηφάνεια των ταπεινών. Συγκινείται με τη σύσπαση ενός προσώπου, με τη σιωπή ενός περιθανάτιου, το πνεύμα ενός λόγου, την υγρασία ενός βλέμματος, την κίνηση μιας χειρονομίας. Τον θλίβει η διάψευση ιατρικών προγνώσεων, η ανημποριά της επιστήμης του να θεραπεύσει την τραγικότητα του ανθρώπου, η αγνωμοσύνη κάποιων συγγενών. Παλεύει με τους δικούς του εφιάλτες, τις ενοχές, τις αποτυχίες, τις ματαιότητες, τις ήττες, τα οντολογικά ερωτήματα.
Τα “Θραύσματα και θροΐσματα” είναι ένα πυκνό, δύσκολο βιβλίο. Οι λέξεις του είναι καρφωμένες “σαν πρόκες” κατά τον τρόπο του αγαπημένου του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη. Η ανάγνωσή του απαιτεί προσήλωση, αντοχή στα δύσκολα. Ο πλούτος της επώδυνης εμπειρίας γίνεται γροθιά σε εφησυχασμένες συνειδήσεις’ λογοτεχνικός θησαυρός που αποτυπώνει ένα κόσμο επιμελώς άγνωστο στο ευρύ κοινό, μια καθημερινότητα που οι δυσκολίες και η τραγικότητά της εκδιώκεται από την σύγχρονη εποχή της εικονικής πραγματικότητας.
“…Απελπισίας διαπορθμεύσεις κάθε μέρα από τόσες λόγχες ανάμεσα’ δώσε μου το χέρι σου να πιαστώ κι ας κρεμαστώ στο κενό’ κράτα με ορθό στο στενό μου μονοπάτι.
Σε ποιον μιλώ;”


