Log In
22/07/2025

ΝΕΟΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ASCO 2025

Στο φετινό American Society of Clinical Oncology (ASCO) Annual Meeting 2025, υπήρξαν σημαντικές ανακοινώσεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση του καρκίνου του γαστρεντερικού συστήματος, κάποιες από τις οποίες, θα αλλάξουν την κλινική μας πρακτική.

Παρά τις προόδους στη θεραπεία και στην ανάπτυξη βιοδεικτών, τα ποσοστά ίασης στον πρώιμο γαστροοισοφαγικό καρκίνο, παραμένουν κάτω του 50%. Η MATTERHORN, είναι η πρώτη, τυχαιοποιημένη, φάσης ΙΙΙ μελέτη, που έδειξε βελτίωση στο event-free Survival, με την προσθήκη της ανοσοθεραπείας (Durvalumab), στην περιεγχειρητική χρήση της χημειοθεραπείας (FLOT), σε ασθενείς με εξαιρέσιμο γαστρικό και γαστροοισοφαγικής συμβολής αδενοκαρκίνωμα, σταδίου ΙΙ, ΙΙΙ, IVA.

Στα 2 έτη, η βελτίωση στο event-free survival ήταν 8% (67.4% έναντι 58.5%, HR = 0.71; 95% CI = 0.58–0.86; < .001), με το όφελος να υπάρχει για όλες τις υποομάδες των ασθενών, ενώ βελτίωση φάνηκε και στο παθολογοανατομικό complete response και πιθανά στη συνολική επιβίωση, αλλά είναι νωρίς ακόμη για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ως προς αυτή.

Η προσέγγιση αυτή, πολύ πιθανά, θα αλλάξει τη θεραπευτική στρατηγική στους ασθενείς αυτούς.

Η μελέτη DESTINYGastric04, αφορά ασθενείς με μεταστατικό ή μη εξαιρέσιμο γαστρικό ή γαστροοισοφαγικής συμβολής αδενοκαρκίνωμα Her2 positive, που εμφανίζουν πρόοδο νόσου σε trastuzumab  based θεραπεία. Συνέκρινε το trastuzumab deruxtecan  με το συνδυασμό Paclitaxel/Ramucirumab (standard of care θεραπεία στη 2η γραμμή) και προέκυψε όφελος για το Trastuzumab deruxtecan στη συνολική επιβίωση (median OS  14.7 vs 11.4 months HR= 0.70; 95%  CI = 0.55–0.90; = .0044) στο PFS (median PFS 6.7 vs 5.6 months HR = 0.74; 95% CI = 0.59–0.92; = .0074) και στο response rate (objective response rate 44.3% vs 29.1% ).

Η μελέτη αυτή επικυρώνει τη χρήση του trastuzumab deruxtecan στην 2η γραμμή θεραπείας, στους ασθενείς αυτούς, ενώ διερευνάται η χρήση του στην 1η γραμμή με μελέτες που είναι σε εξέλιξη (π.χ. DESTINY-Gastric05).

Η μελέτη ATOMIC αφορά την επικουρική θεραπεία σε ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου ΙΙΙ και DNA mismatch repair–deficient (dMMR) όγκους. Γνωρίζουμε πως ενώ η χρήση φθοριοπυριμιδίνης και οξαλιπλατίνης είναι το standard of care στο στάδιο αυτό, οι ασθενείς με όγκους dMMR, είναι ανθεκτικοί στις φθοριοπυριμιδίνες.

Η συγκεκριμένη μελέτη, προσπάθησε να διερευνήσει αν η προσθήκη του Atezolizumab στο mFOLFOX (6 μήνες ταυτόχρονα και 6 μήνες μονοθεραπεία με atezolizumab), θα προσέδιδε όφελος έναντι μόνο του mFOLFOX (6 μήνες). Στη δεύτερη ενδιάμεση ανάλυση, το 3ετές DFS (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) ήταν 86.4% στο σκέλος του atezolizumab και 76.6% στο σκέλος του  mFOLFOX6 (HR = 0.50; P < .0001).

Δεδομένου όμως, ότι 13% των ασθενών υποτροπιάζουν παρά την επικουρική χρήση της χημειοθεραπείας για 6 μήνες και της ανοσοθεραπείας για 1 έτος, ενώ το 77% των ασθενών στο control arm, παραμένουν ελεύθεροι νόσου στα 3 έτη, ανακύπτουν ερωτήματα για αν υπάρχει πρόσθετο όφελος (και ποιο είναι αυτό) από τη χημειοθεραπεία στους ασθενείς αυτούς και ποιοι θεραπεύονται μόνο με το χειρουργείο. Από την άλλη μεριά, γνωρίζουμε τα εντυπωσιακά αποτελέσματα από τη νεοεπικουρική χρήση της ανοσοθεραπείας (Nivolumab/Ipilimumab), στη μελέτη NICHE-2. Επίσης, ποιο θα ήταν το όφελος από το Atezolizumab μόνο, επικουρικά;

Η απάντηση πιθανά βρίσκεται στην εξατομίκευση, έχοντας υπόψιν ότι η επικουρική χρήση της ανοσοθεραπείας (για λιγότερο από  1έτος), στους ασθενείς αυτούς, θα βοηθήσει, ενώ η χημειοθεραπεία όχι.

Η μελέτη CheckMate-8HW, αφορά ασθενείς με μεταστατικό κολοορθικό καρκίνο και MSI-H/dMMR όγκους, από την οποία είχε προκύψει όφελος στο PFS, για τη διπλή ανοσοθεραπεία (Nivolumab/Ipilimumab), έναντι της χημειοθεραπείας στην πρώτη γραμμή κι έναντι του Nivolumab μόνο, σε όλες τις γραμμές θεραπείας, καθώς και όφελος στο PFS2 (χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την πρόοδο μετά την επακόλουθη συστηματική θεραπεία, την έναρξη μιας δεύτερης συστηματικής θεραπείας, ή θάνατο), έναντι της χημειοθεραπείας. Στα επικαιροποιημένα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν στο ASCO 2025, προκύπτει όφελος στο PFS και PFS2 του Nivolumab/Ipilimumab έναντι της χημειοθεραπείας σε μεγαλύτερης διάρκειας follow-up, καθώς και για το PFS2 έναντι του Nivolumab μόνο.

Το συμπέρασμα που προκύπτει, είναι, πως έχει σημασία το sequence της θεραπείας, με το μεγαλύτερο όφελος να υπάρχει όταν ξεκινάει η αγωγή με Nivolumab/Ipilimumab, έναντι χημειοθεραπείας αλλά και έναντι Nivolumab μόνο.

Όσον αφορά τους ασθενείς με μεταστατικό κολοορθικό καρκίνο, BRAF V600E-mutated, είχαμε τη μελέτη BREAKWATER (φάσης ΙΙΙ), που διερεύνησε τη σύγκριση encorafenib/cetuximab/mFOLFOX6 έναντι encorafenib/cetuximab (έκλεισε πρόωρα το σκέλος αυτό, λόγω παρόμοιων αποτελεσμάτων με το σκέλος της χημειοθεραπείας) έναντι χημειοθεραπείας με ή χωρίς bevacizumab, στην 1η γραμμή θεραπείας.

Γνωρίζαμε το όφελος στο overall response rate, και στο φετινό ASCO, παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα για το progression-free survival (12.8 vs 7.1 μήνες; HR = 0.53; P < .0001) και για το overall survival (30.3 vs 15.1 months;HR=0.49 (P < .0001), δείχνοντας μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 51%, με το encorafenib/cetuximab/mFOLFOX6.

Είναι μια μελέτη, που φαίνεται πως θα αλλάξει την πρακτική αντιμετώπισης των ασθενών με BRAF V600E μετάλλαξη, στην 1ης γραμμής θεραπεία.

Δύο μελέτες που αφορούν τον καρκίνο του παγκρέατος, ήταν η CASSANDRA, που αφορά το εξαιρέσιμο ή borderline εξαιρέσιμο αδενοκαρκίνωμα του παγκρέατος και η μελέτη του συνδυασμού Erlaglusib με χημειοθεραπεία στο μεταστατικό setting.

Η CASSANDRA (φάσης ΙΙΙ), έδειξε όφελος από την προεγχειρητική χρήση του συνδυασμού Cisplatin/nab-Paclitaxel/Capecitabine/Gemcitabine έναντι του mFOLFIRINOX, όσον αφορά το event free survival (3-year EFS rate 31% vs 13% HR 0.64, 95% CI 0.48, 0.86]; P = .003), αλλά με μικρό ακόμη follow-up και χωρίς στοιχεία για τη συνολική επιβίωση.

Η μελέτη (φάσης ΙΙ), στην 1η γραμμή του μεταστατικού παγκρεατικού αδενοκαρκινώματος, με το συνδυασμό Erlaglusib,[αναστολέας της glycogen synthase kinase (GSK)-3β], με Gemcitabine και nab-Paclitaxel, έναντι Gemcitabine/ nab-Paclitaxel, ανέδειξε διπλασιασμό του 1y OS rate (44,1% vs 22,3%), χωρίς να φανεί όφελος στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία (PFS και disease control rate) και με παροδικές διαταραχές όρασης στα 2/3 των ασθενών.

Ιωάννης Σαμαράς: Παθολόγος Ογκολόγος Επιμελητής Β’, Π.Γ.Ν. Λάρισας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Newsletter

footer

Όροι Χρήσης

Κλινικές μελέτες ΕΟΠΕ

copyrights HTML