Log In
05/11/2026

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ (1)

Στην Ελληνική Μυθολογία ο Κένταυρος Χείρων, σε αντίθεση με τους λοιπούς βίαιους, επιθετικούς, βάρβαρους Κενταύρους, φαινόταν καλλιεργημένος, είχε γνώσεις ιατρικής, μουσικής, αστρονομίας και πολεμικής τέχνης. Ήταν μέντορας πολλών σπουδαίων ηρώων, όπως του Αχιλλέα, του Ηρακλή, του Ιάσωνα, του Ασκληπιού. Κάποτε πληγώθηκε κατά λάθος από ένα βέλος του Ηρακλή που ήταν ποτισμένο με το δηλητηριασμένο αίμα της Λερναίας Ύδρας. Η πληγή του δημιούργησε αβάσταχτο, βασανιστικό πόνο που ο καλός Χείρων δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Αλλά ούτε μπορούσε να πεθάνει, μιας και ήταν αθάνατος. Παρ’ όλα αυτά, ο ταλαίπωρος Κένταυρος περιφερόταν στη Γη, συνέχιζε να θεραπεύει τους αρρώστους και τους τραυματίες, βοηθούσε τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του.

Ο μύθος του Κενταύρου Χείρωνος θυμίζει την παραδοξότητα που υπάρχει σε πολλούς σύγχρονους θεραπευτές, οι οποίοι υπηρετούν και θεραπεύουν τους ασθενείς τους, όντας οι ίδιοι άρρωστοι και εξουθενωμένοι από την σύγχρονη επαγγελματική μάστιγα, το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Αυτή η επαγγελματική νόσος μπορεί να γίνει καταστροφική για τους επιστήμονες, αλλά από μια άλλη προοπτική μπορεί να μετατραπεί σε πηγή ενσυναίσθησης, σοφίας και επούλωσης ψυχικών ουλών.

Είναι κοινός τόπος ότι το σύγχρονο ιατρικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και ψυχική εξουθένωση. Οι αιτίες είναι πολλές: αυξημένη πολυπλοκότητα των περιστατικών, πίεση χρόνου, γραφειοκρατία, έλλειψη προσωπικού, συναισθηματική επιβάρυνση, συνεχής έκθεση στον πόνο και στον θάνατο, αυξημένες απαιτήσεις των ασθενών και των οικογενειών τους είναι μερικές από αυτές. Η επαγγελματική εξουθένωση (burnout) αποτελεί σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εξάντληση, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχές ύπνου, κυνισμό ή αποστασιοποίηση, αίσθηση μειωμένης αποτελεσματικότητας.

Σε μια πρώτη εκτίμηση των βαθυτέρων αιτιών του συνδρόμου θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι είναι η φιλότιμη -πλην ατυχής στάση του ιατρού στην καθημερινή άσκηση των καθηκόντων του. Επαγγελματίες υγείας που πάσχουν από εξουθένωση είναι συνήθως αυτοί που ανταποκρίνονται σε κάθε απαίτηση οποιαδήποτε στιγμή, αναλαμβάνουν ευθύνες άλλων, αγνοούν την δική τους κόπωση, παραμελούν την οικογένειά τους, καταργούν τα σωματικά και ψυχικά τους όρια, αισθάνονται προσωπικά υπεύθυνοι για κάθε έκβαση. Πρέπει, όμως, εξ αρχής να υπογραμμιστεί ότι ένας εξουθενωμένος επαγγελματίας διαμορφώνει χαρακτήρα με λιγότερη υπομονή, λιγότερο προσοχή και αυτοσυγκέντρωση και τελικά γίνεται περισσότερο επιρρεπής σε λάθη. Με άλλα λόγια η επαγγελματική εξουθένωση δυνητικά επιφέρει ηθικές επιπτώσεις προς τους ασθενείς. Όταν ο ιατρός εξαντλείται, αρχίζει αντί για πάσχοντες ανθρώπους να βλέπει «περιστατικά», αντί για φοβισμένους ανθρώπους να νοιώθει ότι αντιμετωπίζει «απαιτητικούς ασθενείς» και αντί για ανθρώπους που αγωνιούν να βλέπει «δύσκολες οικογένειες». Όλα κινούνται σε ακραίες συνθήκες, γεγονός που αλλοιώνει την πραγματικότητα.

Επομένως, από μόνη της βγαίνει επιτακτική η ανάγκη ότι ο ιατρός για να μη φτάσει σε ακραίες καταστάσεις ή για να επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς χρειάζεται να τεθούν όρια. Όρια στην προσωπική άσκηση και όρια στην οργάνωση δομών υγείας. Για τις δομές υγείας δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά σε αυτή την παρουσίαση, δεδομένου ότι είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Απλά θα αναφέρουμε ότι ένα υγιές σύστημα υγείας δεν πρέπει να βασίζεται στον ηρωισμό των εργαζομένων του. Ένα πραγματικά ανθρώπινο σύστημα υγείας φροντίζει όχι μόνο τους ασθενείς, αλλά και εκείνους που τους φροντίζουν. Χρειάζεται να υπάρχει κουλτούρα συνεργασίας, σεβασμός μεταξύ των επαγγελματιών, δυνατότητα έκφρασης και επίλυσης δυσκολιών, (αλληλο)υποστήριξη μετά από δύσκολα περιστατικά, διακριτικότητα στην επικοινωνία, επαρκή διαλείμματα, λογική οργάνωση της εργασίας, αποδοχή ότι η ψυχική υγεία των επαγγελματιών είναι σημαντική. Ένα σύστημα που συνεχίζει να λειτουργεί μόνο επειδή οι άνθρωποι μέσα σε αυτό εργάζονται συνεχώς πέρα από τα όριά τους δεν μπορεί να είναι βιώσιμο.

Αναφερόμενοι στην ανάγκη των προσωπικών ορίων, είναι καλό να γίνει κατανοητό ότι τα όρια στην καθημερινή εργασιακή πρακτική δεν είναι απόρριψη του ασθενούς, ούτε υποβάθμιση της προσοχής που του αρμόζει. Απλά, είναι ο μοναδικός τρόπος να παραμείνει λειτουργική η σχέση ασθενούς-ιατρού. Η αυτοπροστασία του ιατρού δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εγωισμός, αλλά μέρος της ασφάλειας του ιδίου και του ασθενούς. Ο ιατρός χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να είναι πάντα δυνατός, ψύχραιμος, αποτελεσματικός. Δεν είναι δυνατόν να είναι διαρκώς διαθέσιμος. Ο ιατρός συνήθως είναι ευάλωτος, χρειάζεται βοήθεια, είναι κουρασμένος, αμφιβάλλει, φοβάται, απογοητεύεται, πενθεί. Ο ιατρός δεν είναι δυνατόν να είναι αλάνθαστος. Έτσι ο προσδιορισμός των ορίων γίνεται πλέον απαίτηση: ο ιατρός είναι αναγκαίο να αναγνωρίζει πότε μπορεί να είναι διαθέσιμος, πότε πρέπει να σταματήσει, ποια προβλήματα ανήκουν στη δική του ευθύνη, ποια θέματα του ασθενούς του πρέπει να παραπεμφθούν αλλού, πότε χρειάζεται βοήθεια και πότε μια κατάσταση υπερβαίνει τις προσωπικές του δυνατότητες. Ο ιατρός δεν είναι δυνατόν να είναι ταυτόχρονα ο θεραπευτής, ο ψυχολόγος, ο κοινωνικός λειτουργός, ο σύμβουλος και διαχειριστής της οικογένειας και ο άνθρωπος που λύνει κάθε πρακτικό πρόβλημα. Η ένταξη σε ομάδα συνεργασίας διευκολύνει και ξεκουράζει το έργο του ιατρού. Η σύνθετη φροντίδα του ασθενούς απαιτεί συχνά συνεργασία ιατρών διαφορετικών ειδικοτήτων, νοσηλευτών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, φυσικοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, φαρμακοποιών, επαγγελματιών παρηγορικής φροντίδας και άλλων επαγγελματιών υγείας. Η παραπομπή ασθενούς για συγκεκριμένο πρόβλημα ας μη θεωρηθεί αποτυχία. Ορισμένοι ιατροί δυσκολεύονται να παραπέμψουν έναν ασθενή τους επειδή φοβούνται την αίσθηση της προσωπικής αποτυχίας. Η σωστή παραπομπή είναι ένδειξη επαγγελματικής ωριμότητας.

Πέραν του επιστημονικού μέρους, όταν οι ασθενείς μπαίνουν σε τελικό στάδιο με δυσεπίλυτα προβλήματα και αυξημένες ανάγκες ανακούφισής τους, οι σχέσεις ιατρού-ασθενούς-συγγενών γίνονται πιο απαιτητικές και πιο απειλητικές για την ψυχική ισορροπία του θεραπευτή, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση εξουθένωσης. Η διαδικασία της ανακούφισης του ασθενούς είναι πολύπλευρη: αφορά την σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική, κοινωνική, υπαρξιακή και πνευματική διάσταση του προσώπου του ασθενούς. Η ανακούφιση αρχίζει από την ειλικρινή συζήτηση και επικοινωνία του ασθενούς με τον ιατρό. Ένα από τα ισχυρότερα θεραπευτικά εργαλεία του ιατρού είναι η ακρόαση’ απαιτείται προσοχή να εκμαιεύσει από τον ασθενή τι ακριβώς λέει, τι φοβάται, τι αποφεύγει να πει, τι περιμένει, τι χρειάζεται. Προϋπόθεση της επιτυχούς προσπάθειας για την ανακούφιση είναι ο σεβασμός της ελευθερίας του προσώπου του ασθενούς. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χειρισμού. Στην καθημερινότητα αυτό μεταφράζεται σε ενημέρωση, σεβασμό, συναίνεση, συμμετοχή στις αποφάσεις, σεβασμό στις αξίες του ασθενούς. Και σίγουρα αυτό που δεν καταργεί την ελευθερία του άλλου είναι η αγάπη. Η παρουσία του θεραπευτή καλό είναι να γίνει ενσυναισθητική. Αυτό σημαίνει ο ιατρός είναι απόλυτα παρών για τον άλλον άνθρωπο, του προσφέρει τον χώρο να εκφραστεί χωρίς να τον κρίνει ή να τον διακόπτει ή να προσπαθεί να «διορθώσει» την κατάστασή του. Η ενσυναισθητική παρουσία δεν είναι τεχνική, αλλά είναι μια βαθιά στάση ζωής που βασίζεται στην αποδοχή και τη σύνδεση. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι: α) εστιασμένη προσοχή, να αφήνει δηλαδή ο ιατρός στην άκρη τους δικούς του αντιπερισπασμούς (σκέψεις, τηλέφωνα, άγχη) και να δίνει το σύνολο της προσοχής του στον άλλον, β) η απουσία κριτικής, με το να ακούει χωρίς να κατηγοριοποιεί τι είναι «σωστό» ή «λάθος» και να αποδέχεται το συναίσθημα του άλλου ακριβώς όπως είναι, και γ) η συγκράτηση της ανάγκης για λύσεις, δηλαδή να μη βιάζεται ο θεραπευτής να δώσει συμβουλές, αλλά να προσπαθεί να αντέξει τη δυσφορία και απλώς να «είναι εκεί» μαζί στον πόνο του ασθενούς. Στην ενσυναισθητική παρουσία ο ιατρός βεβαιώνει τον ασθενή ότι τον βλέπει, τον ακούει, κατανοεί την δυσκολία του, του θυμίζει πάντα ότι είναι δίπλα του. Όμως ταυτόχρονα επιβάλλει στον εαυτό του ότι δεν χρειάζεται να υποφέρει και ο ίδιος με τον ίδιο τρόπο για να φροντίσει τον άρρωστό του. Για τον σκοπό αυτό χρειάζονται ρεαλιστικοί στόχοι: ο ιατρός δεν μπορεί πάντοτε να εξαλείψει όλους τους πόνους, να θεραπεύσει κάθε νόσο, να αποτρέψει κάθε επιπλοκή, να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία, να ελέγξει κάθε έκβαση. Μπορεί όμως να μειώσει την ταλαιπωρία, να βελτιώσει τη λειτουργικότητα, να ελέγξει συμπτώματα, να ενημερώσει με ειλικρίνεια, να στηρίξει τον ασθενή, να συνεργαστεί με άλλους επαγγελματίες, να διασφαλίσει ότι ο ασθενής δεν θα αντιμετωπίσει μόνος του τη δύσκολη κατάσταση.

Η συνεχής επαφή με τον θάνατο είναι ίσως η μεγαλύτερη δοκιμασία της ψυχικής αντοχής του ιατρού. Η ιατρική εκπαίδευση συχνά επικεντρώνεται σε «τεχνικούς» όρους, όπως επιβίωση (με ή χωρίς νόσο), ανταποκρίσεις στη θεραπεία, κοκ, και αυτό έχει σαν συνέπεια συνήθως οι νέοι ιατροί να βιώνουν τον θάνατο του ασθενούς τους τραυματικά. Όμως, κάθε θάνατος δεν είναι ιατρική αποτυχία. Η μεγαλύτερη επιτυχία είναι η γενναία παρουσία δίπλα στον ασθενή, ώστε να εξασφαλιστεί το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν θα πεθάνει μόνος, φοβισμένος ή χωρίς ανακούφιση. Ο στόχος δεν είναι απλώς «να προσθέσουμε χρόνο στη ζωή», αλλά και «να προσθέσουμε ζωή στον χρόνο». Ο θάνατος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης ζωής και της ιατρικής πραγματικότητας. Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας είναι δύσκολη, χρειάζεται εσωτερικό αγώνα και καλλιέργεια, αλλά καταλήγει απελευθερωτική για τον ιατρό. “…Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση τού θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω…” έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος.

Η κακή έκβαση ή και ο θάνατος ενίοτε δημιουργεί ενοχές στον θεράποντα. Οι ενοχές είναι συχνός σύντροφος του ιατρικού επαγγέλματος και συμβάλλει στην επαγγελματική εξουθένωση. Και γίνονται καταστροφικές όταν μετατρέπονται σε μόνιμη αυτοκατηγορία. Ένα πολύτιμο εργαλείο για τον ιατρό και το ενοχικό συναίσθημα που ενίοτε τον προσβάλλει είναι ο αναστοχασμός. Μετά από δύσκολα ή/και δυσάρεστα περιστατικά καλό είναι ο ιατρός να μπορεί να αναρωτηθεί και να αναλύσει ψύχραιμα τι ακριβώς συνέβη, ποιες ήταν οι δυσκολίες, τι δεν έγινε σωστά, τί θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, τί δεν ήταν στον έλεγχό του. Η διαδικασία αυτή βοηθά τον ιατρό να μετατρέψει την εμπειρία σε μάθηση και να μη τη μεταφέρει ως ανεπεξέργαστο ψυχικό βάρος στο επόμενο περιστατικό.

Είναι πολύ χρήσιμο ο ιατρός να μάθει να αναγνωρίζει πότε προσφέρει από αγάπη και πότε από ενοχή, πότε βοηθά και πότε προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι απαραίτητος, πότε θυσιάζεται για έναν ουσιαστικό λόγο και πότε δεν μπορεί να πει «όχι». Αυτή η διάκριση είναι βαθιά πνευματική. Η εσωτερική καλλιέργεια μπορεί να βοηθήσει τον γιατρό να αντιμετωπίσει ενοχές, εγωισμό, έπαρση, θυμό, φόβο, αδυναμία συγχώρεσης, υπερβολική προσκόλληση στην επαγγελματική επιτυχία. Ο στόχος ας μην είναι να γίνει ο ιατρός «τέλειος», αλλά να γίνει περισσότερο ελεύθερος και αληθινός. Ένα παράδειγμα που ο ιατρός παύει να είναι αληθινός θα μπορούσε να είναι η υπερηφάνεια. Κι αυτή πιθανά λειτουργεί ως κρυφή αιτία εξουθένωσης. Η έπαρση δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως αλαζονεία, αλλά μπορεί να εμφανιστεί ύπουλα. Ο ιατρός δεν έχει εμπιστοσύνη σε άλλους συναδέλφους του, σκέφτεται ότι όλα πρέπει να περνούν από αυτόν, ότι κανείς δεν μπορεί να τα κάνει τόσο καλά όσο αυτός, ότι δεν επιτρέπεται να ζητήσει βοήθεια, ότι πρέπει να είναι πάντα δυνατός, κοκ. Επιφανειακά, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να φαίνεται ως επαγγελματισμός, αλλά συχνά κρύβει εγωισμό και οδηγεί στην απομόνωση και στην εξουθένωση. Το αντίδοτο είναι η ταπεινότητα. Η ταπείνωση επιτρέπει στον ιατρό να σκεφτεί ότι δεν είναι δυνατόν να τα κάνει όλα μόνος του και ότι χρειάζεται αρωγή, γεγονός που τον οδηγεί στην αναζήτηση βοήθειας όπου θα υπάρχει συναδελφικότητα, αλληλοϋποστήριξη, εμπιστοσύνη, δυνατότητα συζήτησης και κοινή ευθύνη.

Ο ιατρός είναι αναγκαίο να είναι καλός με τον εαυτό του και όχι αυστηρός. Ο άνθρωπος που δεν συγχωρεί ποτέ τον εαυτό του παραμένει εγκλωβισμένος στο παρελθόν. Ο επιστήμονας καλό είναι να έχει δυνατότητα της συγχώρεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοεί τα λάθη, αλλά σημαίνει ότι δεν μετατρέπει ένα λάθος σε μόνιμη ταυτότητα. Αυτή η διάκριση είναι πολύ σημαντική για την ψυχική ανθεκτικότητα. Είναι θεμιτό ο ιατρός να αναγνωρίζει όχι μόνο τις αποτυχίες, αλλά και τις μικρές ή μεγάλες επιτυχίες του: έναν ασθενή που ανακουφίστηκε, μια δύσκολη συζήτηση που πήγε καλά, μια θεραπεία που πέτυχε, μια οικογένεια που στηρίχθηκε, μια στιγμή ανθρώπινης επικοινωνίας, μια δήλωση ευγνωμοσύνης, κτλ.

Η εσωτερική κατάσταση του ιατρού δυσκολεύεται αν δεν δει την ευχαριστιακή διάσταση της ζωής. Όταν η ζωή βιωθεί ως δώρο και όχι αποκλειστικά ως αντικείμενο ελέγχου δημιουργείται εσωτερική ανακούφιση. Αυτό μπορεί να έχει βαθιά και θετική επίδραση στον θεραπευτή. Η ιατρική πράξη δεν είναι μόνο προσπάθεια επαγγελματικής επιτυχίας, αλλά στάση ζωής προς τους ανθρώπους με το πρόσημο της υπηρεσίας. Ο ιατρός μπορεί να γίνει διάκονος της ζωής και όχι «σωτήρας». Ο διάκονος υπηρετεί, ενώ ο «σωτήρας» αισθάνεται ότι πρέπει να ελέγξει τα πάντα. Ο διάκονος αναγνωρίζει τα όριά του, ενώ ο «σωτήρας» δεν αντέχει την αποτυχία.

Στην ιατρική υπάρχει συχνά η αναζήτηση του τέλειου: τέλεια διάγνωση, τέλεια θεραπεία, τέλεια επικοινωνία, τέλειο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, η καθημερινή κλινική πράξη είναι γεμάτη αβεβαιότητα και περιορισμούς. Η έννοια του «αρκετά καλού» δεν σημαίνει προχειρότητα. Σημαίνει ότι ο ιατρός αναγνωρίζει πως μέσα στις δεδομένες συνθήκες μπορεί να προσφέρει την καλύτερη δυνατή φροντίδα χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του το αδύνατο. Η πραγματική τέχνη της ιατρικής δεν βρίσκεται μόνο στο να γνωρίζει κανείς τι πρέπει να κάνει για τον ασθενή, αλλά και στο να γνωρίζει μέχρι πού μπορεί να δώσει χωρίς να καταστρέψει τον εαυτό του. Κάποια στιγμή ο Ιησούς κάλεσε τους εξουθενωμένους μαθητές του «…δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον καὶ ἀναπαύσασθε ὀλίγον…» (Μάρκ. 6,31). Εν προκειμένω, η ανάπαυση δεν είναι πολυτέλεια, δεν είναι αδυναμία, είναι μέρος της ιατρικής ευθύνης. Και η απομόνωση «κατ’ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον» είναι καλό να εννοηθεί όχι απλά σαν απομάκρυνση από ανθρώπους και θορύβους, αλλά σαν αναγκαιότητα εντρύφησης σε βαθύτερα ερωτήματα του ανθρώπου και σαν προσπάθεια νοηματοδότησης της ζωής και του κόσμου, του θανάτου και της φθοράς, του πόνου και της αρρώστιας, της προσέγγισης της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου και των αξιών της τέχνης και της φιλοσοφίας.

Τελικά, ο πληγωμένος Κένταυρος Χείρων για να απαλλαγεί από το αιώνιο μαρτύριο χάρισε την αθανασία του στον Προμηθέα και πέθανε. Ο Δίας τον τίμησε τοποθετώντας τον ανάμεσα στα αστέρια και δίνοντας το όνομά του σε αστερισμό (του Κενταύρου). Αιώνες αργότερα, ο «πληγωμένος θεραπευτής» καθιερώθηκε σαν ιατρικός όρος στην Ψυχανάλυση από τον Καρλ Γιουγκ. Περιγράφεται η ιδέα ότι ένας θεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δική του εμπειρία πόνου, τραύματος ή δυσκολίας για να κατανοήσει βαθύτερα και να βοηθήσει αποτελεσματικότερα τους συνανθρώπους του. Ευκταίο λοιπόν, η «πληγή» της επαγγελματικής εξουθένωσης να μετατραπεί σε έμπνευση και πηγή αληθινής υποστήριξης των δυσκολεμένων ασθενών.

[1] Κείμενο από την ομότιτλη ομιλία που δόθηκε στα πλαίσια του Συνεδρίου «Η Ογκολογία το 2026», Αθήνα, 16 Οκτωβρίου 2026

Δρ. Χαράλαμπος Ανδρεάδης: Παθολόγος Ογκολόγος, Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

BEST OF ESMO 2026 GREECE

Newsletter

footer

Όροι Χρήσης

Κλινικές μελέτες ΕΟΠΕ

copyrights HTML