Της Έρσης Σωτηροπούλου
σελίδες: 72
Εκδόσεις Πατάκης
Η “Σενιορίτα” είναι μια νουβέλα που αναφέρεται στην τρικυμιώδη φάση του πένθους μιας γυναίκας που έχασε τον σύντροφό της από καρκίνο. Είναι γραμμένη με λόγο πυκνό, συμβολικό, με εικόνες που ξεχειλίζουν ένταση, κίνηση, ανατροπή, με δριμεία διακύμανση συναισθημάτων, με συνεχή κατάτμηση του χρόνου και του χώρου και με έντονα ονειρικά στοιχεία που παραπέμπουν σε λογοτέχνες της Λατινικής Αμερικής. Η συγγραφέας επιμελώς δεν αναφέρεται σε λεπτομέρειες χαρακτήρων, ονομάτων, ηλικιών, κτλ. Αυτά χάνονται μέσα στην πυκνότητα του λόγου, στους εσωτερικούς μονολόγους, στις συνεχείς μεταθέσεις του χρόνου στο παρόν και στο παρελθόν, στην καταιγιστική ροή του κειμένου.
Η συγγραφέας εμφανίζει αίφνης την γυναίκα να κάθεται σε μια taqueria, σε πεζοδρόμιο μιας μεγάλης, πολύβουης πόλης, πιθανά του Μεξικού. Σαστισμένη, αποσβολωμένη παρατηρεί θορυβώδεις δρόμους, παράξενους ανθρώπους, ερωτευμένα κορίτσια, ρακένδυτους άνδρες, φώτα, μουσικές. Την απασχολεί ένας ζητιάνος’ της μπήκε η ιδέα ότι ήταν σαμάνος, ίσως γιατί η γυναίκα ζει σε ατμόσφαιρα μυστηρίου. Όλα γύρω της είναι σαν να ξύπνησε από λήθαργο, σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά. “Και πιο πριν; Και ακόμα λίγο πιο πριν; Όλα είχαν σβήσει. Και πριν από το πριν; Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα”, μονολογεί. Πιο πριν υπήρχε μόνο ο καρκίνος του άντρα της. “Είδε τον καρκίνο σαν ένα μεγάλο χιονάνθρωπο με απλανές βλέμμα και τους γιατρούς μικροσκοπικούς σαν μελισσούλες να ζουζουνίζουν γύρω του. Ο σιωπηλός χιονάνθρωπος μεταμορφωνόταν αδιάκοπα, γινόταν ουρανός, δράκος, ποντίκι, μεγάλωνε, μίκραινε, κοβόταν στα δυο, εξαφανιζόταν, τριπλασιαζόταν, αόρατος, ακέφαλος, διχοτομημένος, έλιωνε, φούντωνε, πυρακτωνόταν, πέθαινε, ανασταινόταν και δώσ’ του οι μελισσούλες να στροβιλίζονται…” Η γυναίκα προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει το παράλογο φαινόμενο του καρκίνου με σουρεαλιστικό τρόπο. Σαν σε μια φανταστική καρναβαλική εκδήλωση βάζει στον θρόνο του βασιλιά Καρνάβαλου τον καρκίνο. Μια εικόνα που το γκροτέσκο απεικονίζει τον παραλογισμό του καρκίνου, το ανεξήγητο της απώλειας. Η περιγραφή του πορτρέτου του βασιλιά καρκίνου θυμίζει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι Ογκολόγοι στην περιγραφή της πορείας, της εξέλιξης ή τις διαφοροποιήσεις της βιολογίας των νεοπλασμάτων. “Της ήρθε στο μυαλό κάτι καλύτερο. Ο καρκίνος να γλιστράει πάνω σε θρόνο, π.χ κάτι σαν το άρμα του Καρνάβαλου, οι δρόμοι όλοι ν’ αδειάζουν στο πέρασμά του, αυτός να αλλάζει συνέχεια μορφή, έκφραση, σύσταση, ιδιότητες, πέντε πόδια, δυο ουρές, τρία μάτια, τυφλός, τετράγωνος και τριγωνικός, σβολώδης, λείος, αγκαθωτός…. Ο καρκίνος πάνω στον θρόνο του παρελαύνει αργά, το άρμα κυλάει βαριεστημένα, γλυστράει προς τα πίσω, τραμπαλίζεται δεξιά αριστερά…, ο καρκίνος τρέχει ιλιγγιωδώς, σπάει το φράγμα του ήχου, πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός, ο κόσμος στα μπαλκόνια παρακολουθεί μαρμαρωμένος…”
Μέσα στην taqueria η γυναίκα ξαναδιαβάζει τον κόσμο και την ψυχή της. Όμως έχει θυμό. Έχει θυμό για τους γιατρούς. “Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος” λέει με πίκρα. Βγάζει παράπονο για τους γιατρούς που γίνονται καπνός όταν ο άρρωστος πεθαίνει, που είναι απλησίαστοι, υπερόπτες, είρωνες, απρόθυμοι να μιλήσουν, να εξηγήσουν, να συναισθανθούν. Φτάνει στο σημείο να διερωτηθεί αν “…οι γιατροί είναι τροφοδότες του καρκίνου”. Ενοχοποιεί την φαρμακοβιομηχανία που κερδοφορεί από τον καρκίνο. Έχει θυμό με τα συστήματα υγείας και τις συνθήκες νοσηλείας’ θυμάται με οδύνη την ΜΕΘ σαν “…απόρθητο άντρο, εκεί όπου το φως δεν σβήνει ποτέ”. Θυμάται στιγμιότυπα με συνομιλίες γιατρών και νοσηλευτών που προδίδουν ψυχρότητα, ναρκισσισμό, αδιαφορία για τον πόνο.
Ο θάνατος του συντρόφου γεννάει ενοχές. Ξαναγυρίζει πίσω και μαλώνει τον εαυτό της. Προσπαθεί να δικαιολογηθεί. “…Έπρεπε να προλάβεις, να το εμποδίσεις. Πώς; Πες μου πώς; Ήμουν άοπλη… Να γινόσουν γίγαντας. Να γινόσουν Ράμπο”. Θυμάται το πρόσωπο του άντρα της στο φέρετρο που το βλέμμα του ήταν αυστηρό, της φάνηκε θυμωμένος, θιγμένος, ταπεινωμένος, προσβεβλημένος, απαξιωμένος. “…Κι αν είχε δίκιο; Αν ο θάνατος ήταν η μεγαλύτερη ταπείνωση;” διερωτάται. Φτάνει σε απόγνωση. “…Το ουρλλιαχτό θα έπρεπε να γράφεται με δυο λ…”.
Η γυναίκα μέσα στις οδυνηρές μνήμες, τις ενοχές, την οργή παλεύει να διαχειριστεί το πένθος. Θέλει να δει τον κόσμο με καινούργια ματιά, να επιτρέψει να γεννηθούν μέσα της νέα συναισθήματα, όνειρα, πόθοι, ερωτικές διαθέσεις, πάθη, ματαιοδοξίες που θα την ελευθερώσουν από το σκοτάδι του πένθους. Θέλει να βγουν από μέσα της όλη η δίψα για ζωή. Μεταμορφώνει τις μνήμες σε αεράκι που το βλέπει να ξεπήδησε την ώρα της κηδείας, μια ανοιξιάτικη μέρα και μέσα από μια λαχτάρα, μέσα από αγαπημένες μουσικές το παρατηρεί να τρέχει πέρα από δρόμους, γνώριμες γειτονιές και πόλεις, πέρα από εξωτικά μέρη, ανάμεσα σε χρώματα, μυρωδιές, λουλούδια, μπουγαδόσκοινα, εικόνες, σκουπίδια, εκκλησίες, μέσα από βουνά, ηφαίστεια, θάλασσες, ερήμους, μέσα από ζώα και ανθρώπους, εργάτες, μετανάστες, γιατρούς, ΜΕΘ, ουρανοξύστες και παράγκες, μέσα από το παρελθόν το νοιώθει να ξεχύνεται να αγκαλιάσει και να αναστήσει ξεχασμένες, απωθημένες επιθυμίες και κρυφούς, ανείπωτους πόθους που είχαν θαφτεί βαθιά μέσα της τις τραγικές μέρες του καρκίνου.



