Σιωπές της ψυχής, ρωγμές του σώματος
Του Σάββα Σαββόπουλου
Εκδόσεις: Παπαδόπουλος
Σελ. 420
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζεις και τα αφήνεις. Και υπάρχουν βιβλία που σε διαβάζουν. Που σε κοιτάζουν στα μάτια. Που ρωτάνε: εσύ, πότε σταμάτησες να νιώθεις; Βιβλία που, ενώ τα κρατάς στα χέρια σου, σε ακολουθούν. Σιωπηλά. Μπαίνουν μαζί σου στην κλινική. Κάθονται απέναντί σου, στη θέση του ασθενούς. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, σε αναγκάζουν να δεις αλλιώς αυτό που μέχρι χθες θεωρούσες δεδομένο. Ο «Μηχανιστικός Άνθρωπος» του Σάββα Σαββόπουλου ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Και με αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω γιατί. Όχι ως κριτικός βιβλίων. Ως γιατρός που κάθε πρωί, εδώ και χρόνια, κάνει διαγνώσεις, χορηγεί θεραπείες στις φλέβες ασθενών που αγωνιούν. Και που κάποτε, ανάμεσα στις σταγόνες, ακούει κάτι που δεν γράφεται σε κανένα πρωτόκολλο.
Ως Ογκολόγος, δεν μπορώ να διαβάσω αυτό το βιβλίο ουδέτερα. Γιατί το διαβάζω μέσα από τα βλέμματα των ασθενών μου. Ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με μια λέξη που αλλάζει τα πάντα. Και που, την ίδια στιγμή, συχνά δεν μπορούν να πουν σχεδόν τίποτα. Θυμάμαι ασθενείς. Κάθονται απέναντί μου με απόλυτη ηρεμία. Μιλούν καθαρά. Ρωτούν λογικά. Καταλαβαίνουν τα πάντα. Και όμως, δεν υπάρχει φόβος. Όχι γιατί δεν φοβούνται. Αλλά γιατί δεν μπορούν να φοβηθούν. Σου μιλούν με ακρίβεια. Σε κοιτούν στα μάτια. Συνεργάζονται. Και όμως κάτι λείπει. Δεν λείπει η κατανόηση. Δεν λείπει η λογική. Λείπει κάτι πιο βαθύ: εκείνη η στιγμή που ο άνθρωπος «σπάει». Εκείνη η στιγμή που το συναίσθημα βρίσκει δρόμο. Και τότε αρχίζει να σχηματίζεται μια πρώτη, σχεδόν ανεπαίσθητη υποψία: ότι πριν από τη νόσο προηγήθηκε μια σιωπή. Φεύγουν από το ιατρείο και αυτό που μένει δεν είναι η διάγνωση. Είναι το κενό. Και τώρα κατάλαβα ότι αυτό το κενό δεν είναι ίσως δικό μου. Είναι η μορφή της εμπειρίας τους
Ο Σαββόπουλος δεν έφτασε σε αυτό το βιβλίο ξαφνικά. Πρώτα έγραψε τα «Επτά Παραμύθια Ζωής». Εκεί άκουσε επτά καρκινοπαθείς να αφηγούνται τη ζωή τους. Και πίσω από κάθε όγκο βρήκε μια ιστορία που δεν είχε ειπωθεί. Τα «Παραμύθια» ήταν το πρόσωπο. Ο «Μηχανιστικός Άνθρωπος» είναι ο χάρτης. Το πρώτο μας έδωσε τις ιστορίες. Το δεύτερο μας δίνει τη θεωρία που τις ενώνει και τις γενικεύει πέρα από τον καρκίνο: σε αυτοάνοσα, δερματοπάθειες, καρδιαγγειακή νόσο. Σε κάθε μορφή σωματοποίησης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ιατρική έχει φτάσει σε εντυπωσιακό επίπεδο ακρίβειας. Η νόσος αναλύεται, κατηγοριοποιείται, στοχοποιείται. Ο ασθενής εισέρχεται σε πρωτόκολλα, σε καμπύλες επιβίωσης, σε μοριακά προφίλ. Η θεραπεία γίνεται όλο και πιο στοχευμένη, όλο και πιο εξατομικευμένη. Και δικαίως, γιατί αυτά σώζουν ζωές. Και όμως, μέσα σε αυτή την πρόοδο υπάρχει ένας κίνδυνος. Όχι επιστημονικός, αλλά υπαρξιακός: να θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος εξαντλείται στη βιολογία του. Όσο πιο ακριβείς γινόμαστε στη βιολογία, τόσο πιο εύκολο είναι να χάσουμε την πολυπλοκότητα του ανθρώπου.
«Η βιολογία του καρκίνου είναι πολύπλοκη, αλλά ο άνθρωπος που τη φέρει είναι ακόμη περισσότερο»
Αυτό που το βιβλίο αποκαλύπτει είναι ότι υπάρχει ένα επίπεδο του ανθρώπου που δεν αναλύεται και ένα επίπεδο της εμπειρίας που δεν μεταφράζεται σε δεδομένα. Αυτό είναι το πεδίο του «μηχανιστικού ανθρώπου». Ο «μηχανιστικός άνθρωπος» δεν είναι ψυχολογική μεταφορά. Είναι κλινική πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος που λειτουργεί αλλά δεν βιώνει. Που συνεργάζεται αλλά δεν συνδέεται. Που, μέσα από εμπειρίες τραύματος ή χρόνιας συναισθηματικής πίεσης, έχει μάθει να επιβιώνει μέσω της αποσύνδεσης. Ο συγγραφέας τον περιγράφει: ένας άνθρωπος που δεν σταματά. Και γι’ αυτό, δεν συναντά τον εαυτό του. Η σκέψη υπάρχει, αλλά είναι άδεια από φαντασία. Το συναίσθημα υπάρχει, αλλά δεν κυκλοφορεί. Η γλώσσα χρησιμοποιείται, αλλά δεν συμβολίζει. Πρόκειται για μια μορφή ύπαρξης που δεν διαταράσσει, δεν εκδηλώνεται, αλλά και δεν μεταβολίζει την εμπειρία. Αυτή η αποσύνδεση εκφράζεται ως αλεξιθυμία: η αδυναμία αναγνώρισης και λεκτικοποίησης συναισθημάτων. «Δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν αισθάνεται — είναι ότι δεν μπορεί να αναγνωρίσει αυτό που αισθάνεται». Δεν πρόκειται για αδυναμία. Πρόκειται για αμυντικό μηχανισμό επιβίωσης. Κάποτε, σε μια πρώιμη στιγμή, κάτι συνέβη που δεν μπόρεσε να ενσωματωθεί. Μια απουσία, μια ρήξη, μια ασυνέχεια. Και τότε το υποκείμενο διχοτομήθηκε: ένα μέρος συνέχισε να λειτουργεί, να προσαρμόζεται. Ένα άλλο έμεινε πίσω. Χωρίς λέξεις. Χωρίς μορφή. Χωρίς πρόσβαση.
«Ό,τι δεν συμβολοποιείται, σωματοποιείται»
Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας ξεκινά από τη διαδρομή της σκέψης. Από τον Freud έως τον Ferenczi και την ψυχοσωματική ιατρική του 20ού αιώνα, αναδεικνύει μια βασική ιδέα: η σχέση ψυχής και σώματος δεν είναι γραμμική αιτιότητα, αλλά σύνθετη, δυναμική αλληλεπίδραση. Η ψυχή δεν «κατοικεί» μόνο στον εγκέφαλο. Διατρέχει το σώμα, εγγράφεται σε αυτό, εκφράζεται μέσα από αυτό. Όταν η εμπειρία δεν μπορεί να γίνει ψυχική, δεν εξαφανίζεται. Μετακινείται. Και καταλήγει εκεί που υπάρχει ακόμη χώρος: στο σώμα. Όχι ως μεταφορά. Ως πραγματικότητα.
«Το σώμα γίνεται η γλώσσα της άφωνης ψυχής»
Το σώμα γίνεται το τελευταίο διαθέσιμο πεδίο. Δεν λειτουργεί απλώς ως βιολογικός φορέας, αλλά ως τόπος εγγραφής της εμπειρίας. Εδώ χρειάζεται να σταθούμε με μεγάλη προσοχή, γιατί είναι εύκολο να παρανοήσουμε. Δεν σημαίνει ότι κάθε σύμπτωμα έχει ένα κρυφό μήνυμα. Σημαίνει κάτι πολύ πιο σύνθετο: ότι το σώμα γίνεται πεδίο έκφρασης όταν ο ψυχισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιο. Ο Σαββόπουλος μιλά για τη σωματοποίηση ως υποκατάστατο της φαντασίας. Εκεί όπου δεν υπάρχει ψυχική σκηνή, το σώμα γίνεται σκηνή. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το σύμπτωμα μοιάζει να φέρει μια ιστορία. Να συνδέεται με βιώματα, με απώλειες, με συγκρούσεις. Και υπάρχουν άλλες, εξίσου πολλές, όπου το σύμπτωμα εμφανίζεται σαν κάτι ξένο. Σαν κάτι που δεν ανήκει σε αφήγηση. Και ίσως, σε αυτές τις περιπτώσεις, το σώμα δεν εκφράζει νόημα. Εκφράζει την απουσία του. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα σημεία για εμάς, ως γιατρούς. Γιατί έχουμε μάθει να ερμηνεύουμε. Να εξηγούμε. Να βρίσκουμε αιτίες. Και ξαφνικά, βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που δεν προσφέρεται για ερμηνεία. Κάτι που δεν είναι «σύμβολο», αλλά ρήξη. Και τότε, η στάση μας πρέπει να αλλάξει. Όχι προς την απάντηση, αλλά προς την αντοχή.
Αυτό που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον για την ιατρική είναι ότι δεν καταργεί τη βιολογία, αλλά την επανατοποθετεί. Η σύγχρονη ψυχο-νευρο-ανοσολογία έχει καταδείξει ότι οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι βιολογικά αδιάφορες. Το χρόνιο στρες επηρεάζει τον άξονα HPA, τη ρύθμιση κορτιζόλης, τη φλεγμονώδη απόκριση, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Αυτές οι διεργασίες μπορούν να επηρεάσουν το μικροπεριβάλλον του όγκου, την ανοσολογική επιτήρηση, τη συνολική φυσιολογική ισορροπία. Αν η ανοσοθεραπεία μάς δίδαξε κάτι, είναι ότι το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται μόνο από τον όγκο, αλλά από τη σχέση του οργανισμού με τον όγκο. Ίσως, λοιπόν, το επόμενο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η σχέση δεν είναι μόνο βιολογική. Είναι και υπαρξιακή. Το βιβλίο αυτό έρχεται να τοποθετηθεί ακριβώς σε αυτό το σημείο. Όχι ως αντίλογος στην επιστήμη, αλλά ως συμπλήρωμά της. Δεν αποτελεί μια εναλλακτική θεωρία της νόσου, αλλά μια στοχαστική διερεύνηση του ανθρώπου που νοσεί — και κυρίως του τρόπου με τον οποίο η εμπειρία του μπορεί να παραμείνει άρρητη. Ο Σαββόπουλος δεν λέει ότι η ψυχή προκαλεί τη νόσο. Λέει κάτι πιο λεπτό: η νόσος δεν εξηγείται από την ψυχή, αλλά η εμπειρία της νόσου αποκαλύπτει την ψυχή. Δεν φορτώνουμε ποτέ τον ασθενή με ενοχή για τη νόσο του. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο και λανθασμένο. Ο Σαββόπουλος διακρίνει ασθένειες κατά κρίσεις, όπου η ένταση κορυφώνεται και εκφορτίζεται (μια ημικρανία, ένα έκζεμα, ένα άσθμα), από τις εξελικτικές νόσους που εγκαθίστανται και προχωρούν. Στις πρώτες, κάτι ακόμη κινείται. Κάτι ακόμη επεξεργάζεται, έστω με δυσκολία. Και στις δεύτερες το σύμπτωμα δεν υποχωρεί, αλλά εγκαθίσταται. Εκεί όπου η νόσος δεν είναι επεισόδιο, αλλά πορεία. Εξελικτική. Προϊούσα. Και εδώ η σκέψη του Σαββόπουλου συναντά την ογκολογία με έναν σχεδόν επώδυνο τρόπο. Γιατί ο καρκίνος δεν είναι κρίση που έρχεται και φεύγει. Είναι διαδικασία που εξελίσσεται.
Και τότε εμφανίζεται ένα ερώτημα που δεν είναι εύκολο να ειπωθεί: μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό που βλέπουμε στο σώμα αντανακλά μια βαθύτερη αποδιοργάνωση; Όχι ως αιτία. Αλλά ως παράλληλη πορεία. Το σώμα δεν είναι απλώς ένας βιολογικός μηχανισμός που κάποια στιγμή «χάλασε». Είναι ένα σώμα που έχει ζήσει. Που έχει βιώσει. Που έχει υποστεί.
Υπάρχει μια στιγμή στην ιατρική πράξη που η γνώση δεν επαρκεί. Όχι επειδή δεν είναι επαρκής, αλλά επειδή δεν είναι αρκετή για να περιγράψει αυτό που πραγματικά συμβαίνει στον άνθρωπο. Εκεί, στο όριο της βιολογίας, αρχίζει να αναδύεται ένα δεύτερο επίπεδο κατανόησης — ένα πεδίο όπου το σώμα δεν είναι μόνο σώμα, αλλά φορέας μιας σιωπηλής, συχνά αδιαμόρφωτης ιστορίας. Υπάρχει, πράγματι, μια βαθιά ανησυχία που διατρέχει την κλινική πράξη κάθε Ογκολόγου, μια ανησυχία που σπάνια ομολογείται δημόσια: γιατί νοσεί αυτός ο άνθρωπος; Όχι με την έννοια της βιολογικής αιτιότητας, που μπορούμε να αποδώσουμε σε μεταλλάξεις, δείκτες και σταδιοποίηση, αλλά με μια άλλη, βαθύτερη έννοια. Γιατί το σώμα αυτού του ανθρώπου, σε αυτή τη στιγμή της ζωής του, «επιλέγει» να εκφραστεί μέσα από τη νόσο; Το έργο του Σαββόπουλου δεν απαντά ευθέως. Κάνει κάτι δυσκολότερο: μας διδάσκει πώς να παραμείνουμε μέσα σε αυτή την ερώτηση. Είναι η στιγμή που ο ασθενής κάθεται απέναντί σου και, πέρα από τις εξετάσεις, πέρα από τις εικόνες, πέρα από τους δείκτες, νιώθεις ότι κάτι δεν εξηγείται πλήρως. Ότι το σώμα λέει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αποδώσει η βιολογία. Ο γιατρός που τολμά να ρωτήσει «τί συνέβη στη ζωή σας πριν τη διάγνωση» δεν εγκαταλείπει την επιστήμη. Την διευρύνει. Γιατί η απάντηση μπορεί να αποκαλύψει κάτι που καμία απεικόνιση δεν δείχνει: την ιστορία του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της κρίσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ήδη από τον Ιπποκράτη, η κρίση είναι σημείο όπου συνυπάρχουν ο κίνδυνος και η πιθανότητα αναστροφής. Έτσι η κρίση Δεν είναι μόνο απειλή. Είναι και δυνατότητα. Η νόσος μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως κατάρρευση, αλλά και ως μια ύστατη προσπάθεια του οργανισμού να διατηρήσει συνοχή. Όχι ως λύση, αλλά ως όριο. Όχι ως νόημα, αλλά ως έσχατη άμυνα. Ο συγγραφέας αναδεικνύει ότι η ασθένεια μπορεί να διακόψει τη μηχανιστική ροή. Η απώλεια της αίσθησης ελέγχου, η αντιπαράθεση με το πεπερασμένο, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργήσουν χώρο για μια νέα μορφή επεξεργασίας. Αναγκάζουν τον άνθρωπο να σταματήσει, να αισθανθεί, να αναρωτηθεί. Και αυτό Δεν είναι λύτρωση. Είναι δυνατότητα.
Η νόσος μπορεί να λειτουργήσει ως ρήγμα που επιτρέπει την επανεκκίνηση της ψυχικής λειτουργίας.
Η θέση αυτή δεν εξιδανικεύει τη νόσο, αλλά αναγνωρίζει τη δυνατότητα που ενδέχεται να αναδυθεί μέσα από την κρίση. Και εδώ τίθεται το δύσκολο ερώτημα: έχουν τα σωματικά συμπτώματα νόημα; Ο Σαββόπουλος δεν δίνει μονοσήμαντη απάντηση. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το σύμπτωμα «μιλά» και άλλες όπου εκφράζει απουσία νοήματος. Αυτή η διττότητα δεν είναι αδυναμία της θεωρίας, είναι πιστή αποτύπωση της κλινικής πραγματικότητας. Αν ο «Μηχανιστικός Άνθρωπος» περιγράφει τη σιωπή, τα «Επτά Παραμύθια Ζωής» περιγράφουν την αρχή της αφήγησης. Εκεί όπου η εμπειρία δεν μπορούσε να ειπωθεί, αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα από σύμβολα, εικόνες, ιστορίες. Η σύγχρονη ιατρική έχει μάθει να διαβάζει το σώμα. Αυτό που δεν έχει ακόμη μάθει πλήρως είναι να διαβάζει τη σιωπή του. Στη σύγχρονη Ψυχοογκολογία η αφήγηση αποκτά θεραπευτική σημασία. Δεν αποτελεί απλώς έκφραση, αλλά εργαλείο επεξεργασίας, νοηματοδότησης. Ο ασθενής χρειάζεται να πει, να δώσει νόημα, να ενταχθεί σε μια ιστορία. Γιατί η νόσος δεν είναι μόνο βιολογικό γεγονός. Είναι και υπαρξιακή εμπειρία.
Στην Ογκολογία συναντάμε συχνά τον «ιδανικό» ασθενή: συνεργάσιμο, ήρεμο, χωρίς απαιτήσεις. Αυτός ο ασθενής μπορεί να μην αναφέρει συμπτώματα, να μην εκφράζει φόβο, να μην εμπλέκεται πραγματικά. Και έτσι, ο πιο εύκολος ασθενής μπορεί να είναι ο πιο δύσκολος να κατανοηθεί. Αυτή η σιωπή είναι συχνά εκκωφαντική. Το έργο «Ο μηχανιστικός άνθρωπος – Σιωπές της ψυχής, ρωγμές του σώματος» φωτίζει ακριβώς αυτή τη σιωπή, η οποία στην κλινική πράξη γίνεται πληροφορία. Έτσι εμφανίζεται ένα από τα πιο σημαντικά κλινικά εργαλεία που αναδεικνύει ο Σαββόπουλος: η αντιμεταβίβαση. Η δυσφορία που αισθάνεται ο γιατρός, η ανία, το κενό, η αίσθηση ότι κάτι λείπει, δεν είναι αποτυχία επικοινωνίας. Μας δείχνει ότι κάτι στο εσωτερικό του ασθενούς δεν έχει ακόμη βρει μορφή. Σε αυτούς τους ασθενείς, δεν καλείσαι να ερμηνεύσεις. Καλείσαι να αντέξεις χωρίς να βιαστείς να γεμίσεις το κενό. Να δώσεις λέξεις εκεί που δεν υπάρχουν. Να δημιουργήσεις χώρο για σκέψη. Αντί για το γενικό «Πώς είστε;», ίσως είναι πιο χρήσιμο: «Ποιο ήταν το πιο δύσκολο για εσάς σε όλη αυτή τη διαδικασία;» Αυτή η μετατόπιση ανοίγει χώρο για αφήγηση. Ο μηχανιστικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που δεν νιώθει. Είναι αυτός που δεν έχει πού να βάλει αυτό που νιώθει. Και ο γιατρός, για λίγο, γίνεται ο τόπος όπου αυτό μπορεί να υπάρξει. Ο ίδιος ο συγγραφέας επιμένει ότι ο θεραπευτής δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερος παρατηρητής. Καλείται να λειτουργήσει ως στήριγμα, ως καθρέφτης, ως περιέχον: μια ζωντανή επιφάνεια πάνω στην οποία ο ασθενής μπορεί να εγγράψει αυτό που δεν κατόρθωσε να σκεφτεί. Αυτή η θέση δεν είναι τεχνική. Είναι ηθική. Απαιτεί ευελιξία, ταπεινότητα και, κυρίως, τη διαθεσιμότητα να συναντήσεις τον άλλον εκεί όπου βρίσκεται.
Το βιβλίο είναι βαθύ, αλλά πρέπει να διαβαστεί σωστά. Δεν είναι βιοϊατρική θεωρία. Δεν είναι αιτιολογική εξήγηση. Αν το διαβάσουμε έτσι, κινδυνεύουμε να ενοχοποιήσουμε τον ασθενή. Η σωστή θέση είναι: φωτίζει τον τρόπο που ο άνθρωπος βιώνει τη νόσο, όχι τον τρόπο που η νόσος δημιουργείται. Δεν εξηγεί τη νόσο. Φωτίζει την εμπειρία της νόσου. Αυτή είναι και η δύναμή του. Και αυτή η δύναμη αλλάζει ριζικά τον τρόπο που βλέπουμε τον ασθενή. Δεν είναι μόνο το παρόν του. Είναι και το παρελθόν του, ακόμη και εκείνο που δεν γνωρίζει. Ο Σαββόπουλος μιλά για το τραύμα που μεταφέρεται. Όχι ως αφήγηση. Αλλά ως ίχνος. Από γενιά σε γενιά. Χωρίς λόγια. Και εμείς δεν καλούμαστε να το αποκαλύψουμε. Αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες όπου, αν είναι δυνατό, μπορεί να εμφανιστεί. Αυτό που μας αφήνει ο Σαββόπουλος δεν είναι μια θεωρία. Είναι μια στάση. Μια πρόσκληση να δούμε τον ασθενή όχι μόνο ως φορέα νόσου, αλλά ως φορέα ιστορίας. Να ακούσουμε όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τις σιωπές.
Ως Ογκολόγος δεν μπορώ να αρνηθώ τη βιολογία. Δεν μπορώ να αρνηθώ την ανάγκη για θεραπεία, για πρωτόκολλα, για επιστημονική ακρίβεια. Δεν μπορούμε να εξιδανικεύσουμε τη νόσο. Οφείλουμε να τη θεραπεύσουμε, να την πολεμήσουμε, να την περιορίσουμε. Αυτό είναι το έργο μας. Αλλά δεν είναι το μόνο. Οφείλουμε και κάτι ακόμη. Να σταθούμε δίπλα στον άνθρωπο που τη βιώνει. Γιατί απέναντί μου δεν έχω μόνο έναν όγκο. Έχω έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που ίσως δεν μπόρεσε να πει την ιστορία του. Έναν άνθρωπο που ίσως έμαθε να ζει χωρίς να αισθάνεται. Έναν άνθρωπο που τώρα, μέσα από το σώμα του, βρίσκεται σε μια κρίση που τον υπερβαίνει. Και εκεί, σε αυτή τη στιγμή, η ιατρική αλλάζει. Η ιατρική δεν είναι μόνο πράξη. Είναι στάση. Δεν είναι μόνο γνώση. Είναι παρουσία. Το σώμα γίνεται το σημείο όπου συναντιούνται η βιολογία και η μνήμη, το τραύμα και η σιωπή, η ζωή και το ανείπωτο.
Στην εποχή της precision medicine ίσως χρειαζόμαστε κάτι εξίσου απαιτητικό: precision στην κατανόηση του ανθρώπου. Γιατί ο όγκος έχει βιολογία, ο ασθενής έχει ιστορία, και η θεραπεία συμβαίνει στο σημείο που αυτά συναντώνται. Το επόμενο βήμα στην Ογκολογία δεν είναι μόνο περισσότερη τεχνολογία. Είναι περισσότερη επίγνωση. Όχι για να αντικαταστήσουμε την επιστήμη — αλλά για να τη συμπληρώσουμε. Γιατί δεν θεραπεύουμε μόνο κύτταρα, δεν στοχεύουμε μόνο μονοπάτια, δεν ενεργοποιούμε μόνο Τ-λεμφοκύτταρα. Συναντάμε ανθρώπους. Και μερικές φορές, ο πιο σημαντικός ρόλος μας είναι να αναγνωρίσουμε εκείνον που έχει μάθει να ζει χωρίς να αναγνωρίζει αυτό που αισθάνεται. Και εμείς, ως Ογκολόγοι, καλούμαστε να μείνουμε εκεί όπου κάτι δεν μπορεί ακόμη να ειπωθεί.
Ο «μηχανιστικός άνθρωπος» μας καλεί όχι να αλλάξουμε την επιστήμη μας, αλλά να διευρύνουμε το βλέμμα μας. Ο Σαββόπουλος γράφει: «όσο περισσότερο ακούμε τον βαθύτερο εαυτό μας, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε την ιστορία μας, την αγάπη και τις αρετές μας». Αυτό το βιβλίο δεν σε μαθαίνει κάτι. Σε θυμίζει κάτι. Ότι είσαι ζωντανός. Ότι έχεις δικαίωμα να πονάς. Και ότι ο πόνος αυτός, αν τον ακούσεις, μπορεί να σε σώσει. Σε αυτό το βιβλίο, η επιστήμη και το συναίσθημα δεν είναι αντίπαλοι. Είναι σύμμαχοι. Όπως η ψυχή και το σώμα. Όπως ο γιατρός και ο ασθενής. Όπως ο Σαββόπουλος και εμείς.
«Θεραπεύουμε ανθρώπους, όχι όγκους. Ας μάθουμε να ακούμε αυτό που σωπαίνει».

Μονάδα, Γ.Ν. Πατρών «Άγιος Ανδρέας»

