του Georgi Gospodinov
μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
σελίδες: 232
Εκδόσεις Ίκαρος
Από πού αρχίζει το τέλος; διερωτάται ο Γκεόργκι Γκοσμποντίνωφ στις πρώτες σελίδες του τρυφερού βιβλίου του “o Κηπουρός και ο Θάνατος”. Ο συγγραφέας παρακολουθεί με πόνο τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του αγαπημένου του πατέρα, που αργοπεθαίνει από μεταστατικό καρκίνο πνεύμονος. Ο θάνατος όμως, γίνεται απαρχή πλούσιων σκέψεων, συναισθημάτων, μνημών, ερωτημάτων, αναφορών, διαπιστώσεων, που τελικά το βιβλίο παύει να είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, αλλά “για την θλίψη για την ζωή που φεύγει. Και υπάρχει διαφορά”.
Ο πατέρας πάντα αγαπούσε πολύ τους κήπους. Όπου αγκυροβολούσε σε κάθε μετακόμιση, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να δημιουργήσει έναν κήπο. “Είχε ενσωματώσει τον εαυτό του στα χιονολούλουδα, στους υάκινθους, στην πρίμουλα, στο κίτρινο του νάρκισσου, στο κόκκινο και λευκό της τουλίπας, στο ροζ της παιώνιας και στην οργισμένη θάλασσα από λευκό, κίτρινο, κόκκινο, μοβ, ροζ των τριαντάφυλλων από διάφορες ποικιλίες”. Ο κήπος ήταν το αδιάκοπο δώρο του πατέρα -καρποφόρα δέντρα και αμπέλια’ Και αυτό το δώρο ήταν ατελείωτο, γιατί ανανεώνεται κάθε χρόνο. Τόσο χαιρόταν, που ξεχνούσε προβλήματα, βάσανα, στενοχώριες, κόπο. Αλλά δυστυχώς, ξεχνούσε και τα προβλήματα της υγείας του και τα πρώτα συμπτώματα του καρκίνου, που όταν διαγνώστηκε ήταν πολύ προχωρημένος, με πολλές επώδυνες μεταστάσεις ιδίως στα οστά. Η εξέλιξη της νόσου ήταν γρήγορη, βασανιστική και τραγική.
Ο συγγραφέας -γνωστός λογοτέχνης με βραβεία και διεθνή καταξίωση- καταγράφει όλη την πορεία της αρρώστιας του πατέρα από τα συμπτώματα και την διάγνωση μέχρι το τελικό στάδιο και το τέλος. Η αφήγηση διαμορφώνεται σαν ένα κολλάζ, στο οποίο κεντρικό θέμα είναι ο πατέρας και η αρρώστιά του, αλλά τα κομμάτια που συμπληρώνουν την σύνθεση είναι πλήθος εικόνων από την παιδική ηλικία, από τις οικογενειακές συνάξεις, τους φίλους, τους γείτονες, απρόοπτα περιστατικά, σκέψεις για τη ζωή και τον θάνατο, έθιμα, παραδόσεις, θρύλους, τραγούδια, παραμύθια. Δεν λείπουν νύξεις για την πολιτική κατάσταση και τις επιπτώσεις του σοσιαλισμού της τότε εποχής σε υπηρεσίες, εργαζόμενους, κοινωνικές συνθήκες. Εικόνες του παρόντος συνδέονται με μαστοριά με εικόνες του παρελθόντος, καθώς και με σελίδες από τον Όμηρο, τον Επίκουρο, τον Μπόρχες, τον Προυστ, τον Όντεν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Πετράρχη, τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Αλλά κυρίως συνδέονται με τον κήπο του πατέρα.
Η αντιπαράθεση της φθοράς και του θανάτου από τη μια και του ευλογημένου κήπου -σαν κήπου της Εδέμ- από την άλλη παίρνει συμβολικές διαστάσεις. Ο κήπος είναι συνυφασμένος με τη ζωή, την συνεχή ανθοφορία. “Ο κήπος είναι αθάνατος”. Η εικόνα του παίρνει μυθικές ή και φιλοσοφικές διαστάσεις: “Κηπουρική και θάνατος. Μου φαίνεται ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κηπουρική ως μια πράξη εγγενώς στραμμένη εναντίον του θανάτου. Στον κήπο συνεχώς θάβεις κάτι και περιμένεις, μετά από καιρό, να συμβεί το θαύμα και να φυτρώσει, διαφορετικό από τον σπόρο που έσπειρες, πράσινο και τεντωμένο, με φύλλα και άνθη, με καρπούς, διαφορετικό, αλλά και επαναλαμβάνοντάς τον, τον ίδιο, σαρξ εκ σαρκός του… Νομίζω πως η ιδέα της ανάστασης είναι μια βοτανική ιδέα…”
Οι πόνοι που κάνουν τον άρρωστο πατέρα να βασανίζεται, βασανίζει και τη ψυχή του γιού. Παρακαλάει, προσεύχεται να μη πονάει. Του δίνει αναλγητικά, φαιντανύλη. Η μάχη με τον δράκο του πόνου ρίχνει όλο και περισσότερο τον γηραιό ασθενή. Ό,τι και να πάρει ο πόνος είναι πάντα ένα βήμα μπροστά. Προσπαθεί να δώσει ένα νόημα στον πόνο του πατέρα. “Μερικές φορές σκέφτομαι πως ο πόνος, αυτός ο πιο χειροπιαστός, σωματικός πόνος είναι σταλμένος για να διευκολύνει τον αποχωρισμό από τον κόσμο. Για να μη σκέφτεσαι το πιο τρομακτικό, αυτές τις φρικτές ώρες”.
Η επαφή του με τα Νοσοκομεία, τους ιατρούς, τα προβλήματα υγείας του δημιουργούν περίεργα συναισθήματα και ξεχωριστές σκέψεις: “Κάθε ιατρική περιγραφή, ακόμα και όταν περιγράφει φυσιολογική αναπνοή και ροζ βλεννογόνο, στην πραγματικότητα σε απομακρύνει από την κανονική τάξη των ζωντανών. Η γλώσσα γίνεται κλινική. Και όσο πιο λεπτομερής είναι η περιγραφή, τόσο πιο πολύ παραμερίζεται ο άνθρωπος. Δεν είναι πια άνθρωπος, αλλά ασθενής. Εδώ συντελείται η πρώτη παραποίηση. Η αντικειμενική περιγραφή της κατάστασης σταδιακά σε μετατρέπει σε αντικείμενο”. Η περιγραφή μιας επίσκεψης του πατέρα στο ιατρείο του Ογκολόγου γίνεται αφορμή λογοτεχνικής έμπνευσης, μοναδικής ομορφιάς: “…Έπειτα ο πατέρας μου μίλησε (στον γιατρό) για τον κήπο. Υποτίθεται ότι ξεκίνησε με τις πληγές στη μέση του από το σκάψιμο, αλλά η ιστορία του ξεδιπλώθηκε σε τριαντάφυλλα, κερασιές και δαμασκηνιές, ώσπου άνθισε ολόκληρο το δωμάτιο. Και ο υπέρηχος στο χέρι του γιατρού ξεδίπλωσε μπουμπούκια σαν τουλίπα – και ξαφνικά δεν φαινόταν ούτε σκιά μετάστασης. Ο πατέρας μου διηγούνταν, διηγούνταν σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Ήξερε πως, αν σταματούσε, όλα όσα είχε φέρει μαζί του στο ιατρείο θα εξαφανίζονταν, όπως η πρωινή δροσιά στις φράουλες του κήπου. Μόνο όσο μιλούσε δεν τον έσφιγγαν τα πλευρά του, δεν τον έκοβε η μέση του, δεν τον τρυπούσε το στήθος του, δεν υπήρχε ίχνος πόνου. Σιγά σιγά, στο ιατρείο είχαν μαζευτεί οι νεότεροι γιατροί και οι νοσοκόμες, ενώ από την πόρτα κρυφοκοίταζαν οι άλλοι ασθενείς, να δουν τί ήταν αυτό το θαύμα, τί ήταν αυτά τα αρνιά, τα γουρούνια, οι ανθισμένες κερασιές και οι ιστορίες. Και όποιος άκουγε δεν πονούσε πια. Ο πατέρας μου διηγούνταν, διηγούνταν, κι η φωνή του χανόταν αργά, ώσπου στο τέλος, όταν ο τελευταίος ήχος έσβησε, άρχισε να αφηγείται μόνο με τα χέρια του…”
Ο πατέρας δεν είχε έντονη παρουσία στη ζωή του αγοριού εξ αιτίας μακρών περιόδων απουσίας του. Ο πατέρας ήταν μια απούσα φιγούρα. Αλλά έχει τον τρόπο να διεισδύει στην ψυχή του γιού, στη μνήμη του, στα ενδιαφέροντά του, στον χαρακτήρα του, στις επιλογές του. Διαμορφώνει τις σκέψεις, τον συναισθηματικό κόσμο, τους τρόπους. Ο πατέρας (ξανα)σαρκώνεται μέσα στη μνήμη του αγοριού, όταν πια είναι απών΄ η απουσία του γίνεται εμφανής (και επώδυνη) αργά: και αίφνης, η εικόνα του έρχεται σε επετείους, σε γιορτές, μέσα από γεύσεις, οσμές, μέσα από ταξίδια και αγαπημένους τόπους, σε χαρές, σε αρρώστιες. Όταν το αγόρι μεγαλώνει, γίνεται άντρας, ωριμάζει, φτάνει τότε ενίοτε να πιστεύει ότι η ζωή του είναι η επανάληψη της ζωής του πατέρα του. “Περπατάω πίσω του, χωρίς να με βλέπει, φοβάμαι μη μου πέσει κάπου, κοιτάζω την πλάτη του και είναι σαν να περπατάω πίσω από τον ίδιο μου τον εαυτό”.
Ο πόνος στο τέλος είναι αβάσταχτος -ο πόνος με τον οποίο ξεκολλάει από τη ζωή η ζωή. Ο πόνος κονιορτοποιεί τα πάντα. Η αντιμετώπισή του ήταν ανεπιτυχής. Και μετά, η εξάντληση, η εγκατάλειψη του σώματος, η παραίτηση, ο ψυχρός ιδρώτας, ο ρόγχος και η τελευταία πνοή. “Να αφηγηθείς έναν θάνατο δεν είναι πιο εύκολο από το να τον βιώσεις… Γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει τί να κάνουμε με τον θάνατο των άλλων; Γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει πώς να πεθαίνουμε, πώς να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο;”
Στο τέλος μένει ο έρημος κήπος, άδειος και ακατάστατος. Κι ο πατέρας-κηπουρός αόρατος πίσω από θάμνους, τριανταφυλλιές, δένδρα, πίσω από εργαλεία, χώματα, θερμοκήπια, σημειώσεις, τεφτέρια που τον θυμίζουν, πίσω από τον Τζάκο, τον πιστό σκύλο με την χαρούμενη ουρά. Ο κηπουρός πεθαίνει, αλλά ο κήπος είναι αθάνατος και “ίσως να μην είναι πλέον κήπος”.
Ο κήπος είναι η ζωή, η ανθοφορία, η καρποφορία, η αέναη παραγωγή αγαθών, τα χρώματα, οι οσμές, η δρόσος’ αλλά κήπος είναι και η εσωτερικότητα, ο πλούτος των αισθημάτων, της αγάπης, της μνήμης, των σχέσεων, της πίστης, των γιορτών, της ελπίδας. Κήπος είναι μόχθος, είναι η πάλη με την φθορά, με τα ζιζάνια, με την αρρώστια, με τον θάνατο. Κι ο κηπουρός είναι ο άνθρωπος, ο εργάτης, ο καλλιεργητής του παραδείσου, του έσω και του έξω κήπου της Εδέμ, που καλείται να φροντίσει για την ανάσταση και την αναγέννηση της φύσης, αλλά και της φύσης του ανθρώπου, μετατρέποντας τον τόπο και τον τρόπο του θανάτου σε τόπο και τρόπο ζωής.

Δρ. Χαράλαμπος Ανδρεάδης; Παθολόγος Ογκολόγος, Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης

