Log In
30/06/2026

Από τον όγκο των υπηρεσιών στην αξία της παρεχόμενης φροντίδας: η χρηματοδότηση της φροντίδας του καρκίνου ως ζήτημα βιωσιμότητας για το σύστημα υγείας

Εισήγηση στο πλαίσιο της Συζήτησης με τίτλο: “Europe’s Investment Challenge: Financing Efficient, Person-Centred Cancer Care” που διεξήχθη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2 Ιουνίου 2026

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα, ως προς τον πεδίο του καρκίνου, σε μια κρίσιμη καμπή. Οι συζητήσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (Multiannual Financing Framework) της Ευρωπαϊκή Ένωσης και η αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Καταπολέμηση του Καρκίνου (Europe’s Beating Cancer Plan) εξελίσσονται παράλληλα – και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία οι εκτιμήσεις θέλουν τον καρκίνο να καθίσταται η κύρια αιτία θανάτου στην ήπειρο τις επόμενες δεκαετίες.

Το μέγεθος της πρόκλησης που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε αποτυπώνεται ήδη στα οικονομικά μεγέθη που συνοδεύουν τον καρκίνο. Το ετήσιο κόστος της νόσου για την Ευρώπη ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η απώλεια παραγωγικότητας από τον καρκίνο ισοδυναμεί με πάνω από 300 εκατομμύρια ημέρες απασχόλησης κάθε χρόνο. Ένα φορτίο εξαιρετικά σημαντικό, που, σε παραλληλία με το νοσολογικό και υπό την πίεση των δημογραφικών και επιδημιολογικών μεταβολών, προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω. Η πρόκληση, ωστόσο, για την πολιτική για τον καρκίνο δεν είναι μόνο ποσοτική. Είναι βαθιά διαρθρωτική. Τα συστήματα υγείας, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, εδώ και χρόνια οικοδομήθηκαν γύρω από ένα μοντέλο φροντίδας, σχεδιασμένο να αντιμετωπίζει διακριτά περιστατικά οξείας νόσησης – με άλλα λόγια, σχεδιασμένο να αντιμετωπίζει επεισόδια νόσου. Ο καρκίνος όμως, πια, λόγω της σημαντικής εξέλιξης και της συμβολής της κλινικής επιστήμης είναι μια, εν πολλοίς, χρόνια κατάσταση, που αφορά φροντίδα δια βίου, σε ένα εκτεταμένο χρονικό συνεχές. Η αντίφαση ανάμεσα στον ισχύοντα σχεδιασμό του συστήματος με την ανάγκη που το σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει, είναι θεμελιώδης.

Το κεντρικό εύρημα της έκθεσης της All.Can International, και το νήμα που διέτρεξε ολόκληρη τη συζήτηση μας σήμερα, είναι ότι η ανθρωποκεντρική φροντίδα δεν συνιστά απλώς μια ηθική απαίτηση ή ένα δίκαιο αίτημα. Συνιστά, παράλληλα, μια στρατηγική βιωσιμότητας για το σύστημα υγείας. Η οργάνωση της φροντίδας γύρω από το άτομο συνδέεται με λιγότερες περιττές νοσηλείες, ταχύτερη διάγνωση, μικρότερη οικονομική επιβάρυνση των ασθενών και του συστήματος υγείας, και καλύτερες εκβάσεις. Πρόκειται για οφέλη μετρήσιμα, και όχι για αόριστες ποιοτικές βελτιώσεις. Αν δεχθούμε ότι συνθήκη αυτή ισχύει, τότε το θεμελιώδες ερώτημα της δημόσιας συζήτησης αυτόματα μετατοπίζεται. Δεν αφορά πλέον το αν η ανθρωποκεντρική φροντίδα αποδίδει, ζήτημα για το οποίο τα δεδομένα είναι πλέον επαρκή, αλλά το αν θα επιλέξουμε να τη χρηματοδοτήσουμε – και, βεβαίως, με ποιον τρόπο θα επιλέξουμε να τη χρηματοδοτήσουμε.

Αν επιλέξουμε να ακολουθήσουμε αυτή την αλλαγή οπτικής, τότε μάλλον οφείλουμε να δουλέψουμε, σε όρους πολιτικής και πρακτικής, σε δύο διαστάσεις: στη διάσταση του χρόνου και στη διάσταση της ανθρωποκεντρικότητας.

Η διάσταση του χρόνου εν πολλοίς συμπυκνώνεται γύρω από την έννοια του «έγκαιρα» ή, αλλιώς, του «νωρίς» (early). Η έγκαιρη παρέμβαση α) στην αντιμετώπιση της έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου, β) στη διάγνωση, γ) στη σύνδεση της διάγνωσης με τη φροντίδα και δ) στην εξέλιξη των βημάτων στις θεραπευτικές αποφάσεις, αποτελεί μία από τις πλέον αξιόπιστες οδούς προς τη βιωσιμότητα του συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, μέτρα που φροντίζουν για το «έγκαιρα», όπως ο προσυμπτωματικός έλεγχος και ο εμβολιασμός, οφείλουν να νοούνται ως κοινωνική υποδομή και να αντιμετωπίζονται, σε όρους χρηματοδότησης, σχεδιασμού και πολιτικής, ως ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, υποστηριζόμενα, χρηματοδοτικά, σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι ως προγράμματα που ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται ανάλογα με τον εκάστοτε δημοσιονομικό κύκλο.

Η δεύτερη διάσταση αφορά την έμφαση στο συνεχές της φροντίδας, η οποία είναι οργανωμένη γύρω από το άτομο, σε αντικατάσταση της παραδοσιακής λογικής της αντιμετώπισης των διακριτών επεισοδίων της νόσου. Το εγχείρημα είναι προσφιλές και ελκυστικό, αλλά είναι ευκολότερο στη διατύπωση παρά στην εφαρμογή. Η στροφή προς το συνεχές της φροντίδας συνιστά μια δομική αλλαγή κουλτούρας, και ως τέτοια οφείλει να υποστηριχθεί από και κατάλληλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. Η αποζημίωση (δηλαδή η πληρωμή των παρόχων) από το σύστημα για πράγματα που δεν θα συμβούν, όπως, για παράδειγμα, για τα επεισόδια που θα αποφευχθούν και για τις καθυστερημένες διαγνώσεις που θα προληφθούν, αποτελεί ένα απαιτητικό εγχείρημα, τόσο εννοιολογικά όσο και τεχνικά. Οι δείκτες εκβάσεων και εμπειρίας που αναφέρονται από τους ίδιους τους ασθενείς, οι γνωστοί ως PROMs και PREMs, όπως και τα δεδομένα πραγματικού κόσμου, συγκαταλέγονται στα εργαλεία που μπορούν να καταστήσουν την αξία αυτή ορατή, και επομένως χρηματοδοτήσιμη.

Οι ολιστικές προσεγγίσεις αξιολόγησης των συστημάτων, όπως αυτή της έκθεσης της All.Can, καταδεικνύουν ότι τα δομικά στοιχεία της σύγχρονης φροντίδας του καρκίνου βρίσκονται ήδη, σε μεγάλο βαθμό, στη θέση τους στις περισσότερες χώρες της Ένωσης. Μητρώα, ηλεκτρονικοί φάκελοι ασθενών, διεπιστημονικά συμβούλια, εργαλεία καταγραφής της εμπειρίας των ασθενών. Εκείνο που κατά κανόνα απουσιάζει δεν είναι τα συστατικά, αλλά η στρατηγική που τα συνδέει. Και η στρατηγική αυτή για να πραγματωθεί χρειάζεται πέντε βασικά σημεία 1. Εθνικά Σχέδια για τον Καρκίνο με σαφείς στόχους, πόρους, δείκτες μέτρησης των αποτελεσμάτων και ονομαστική ευθύνη εφαρμογής 2. Καθορισμένα μονοπάτια φροντίδας και παρακολούθηση των χρόνων μεταξύ των κόμβων του θεραπευτικού συνεχούς 3. Διασύνδεση όλων των διαθέσιμων δεδομένων σε ενιαίο σύνολο, ώστε η φροντίδα να οργανώνεται άμεσα γύρω από τον πάσχοντα, χωρίς επιπλέον διοικητικό φορτίο για τους κλινικούς επιστήμονες 4. Φροντίδα για το ανθρώπινο δυναμικό του μέλλοντος, με εστίαση στους αριθμούς αλλά και τους νέους ρόλους και δεξιότητες 5. Σταθερή και βιώσιμη χρηματοδότηση, στα στοιχεία της φροντίδας που έχουν τον χαρακτήρα επένδυσης – σε μια ευρύτερη, κοινωνική οπτική.

Αν αποφασίσουμε να οργανώσουμε τη φροντίδα του μέλλοντος γύρω από το χρονικό συνεχές και το αποτέλεσμα, τότε η συζήτηση αποκτά σαφή πολιτική διάσταση. Αυτό που αναζητούμε δεν είναι η κάλυψη ενός κενού γνώσης ή η ανάγκη παραγωγής περαιτέρω τεκμηρίων. Γνωρίζουμε, πια, εν πολλοίς τι αποδίδει και ποια είναι η βασική κατεύθυνση. Το ζητούμενο, αν μπούμε σε αυτή την αλλαγή σκεπτικού, είναι να αναθεωρήσουμε και τη λογική της χρηματοδότησης: από τη χρηματοδότηση στη βάση του όγκου της παραγόμενης φροντίδας στη χρηματοδότηση στη βάση της αξίας, δηλαδή των αποτελεσμάτων. Η μηχανική αυτή είναι μια απαραίτητη συνθήκη, ώστε η επιδίωξη να μην παραμείνει ιδέα και να αποκτήσει χαρακτηριστικά ρεαλιστικής πολιτικής. Και μάλιστα η αναθεωρημένη αυτή λογική χρηματοδότησης, πέρα από τα προφανή τοπικά χαρακτηριστικά έχει και ευρύτερες προεκτάσεις σε επίπεδο ΕΕ, δοθέντος ότι οι πληθυσμοί στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες απειλές και ανάγκες για την υγεία, ενώ η συζήτηση για την ενοποίηση γίνεται εντονότερη. Ο καρκίνος μπορεί να αποτελέσει ένα καθολικό ευρωπαϊκό ζήτημα πολιτικής, σχεδιασμού και κατανομής πόρων, τουλάχιστον στο πεδίο της πρόληψης – αν όχι εκτενέστερα.

Εν τέλει, η βιωσιμότητα της φροντίδας του καρκίνου την επόμενη δεκαετία δεν είναι ζήτημα τεχνολογίας, ούτε γνώσης. Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, σύμπνοιας των εμπλεκομένων μερών και χρηματοδοτικής λογικής. Τα δομικά στοιχεία υπάρχουν. Η συγκυρία, με το νέο Δημοσιονομικό Πλαίσιο και την αξιολόγηση του Σχεδίου για τον Καρκίνο να συμπίπτουν χρονικά, είναι κατάλληλη. Εκείνο που απομένει είναι η απόφαση να χρηματοδοτήσουμε την αξία και τα αποτελέσματα.

Κώστας Αθανασάκης: Associate Professor of Health Economics, University of West Attica
Visiting Fellow, LSE Health, London School of Economics and Political Science (LSE)
Associate Editor: International Journal of Technology Assessment in Health Care (IJTAHC)

kathanasakis@uniwa.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Newsletter

footer

Όροι Χρήσης

Κλινικές μελέτες ΕΟΠΕ

copyrights HTML