Log In
31/08/2021

Ο Θάνατος στη Χρυσή Ακτή

Ο «Θάνατος στη Χρυσή Ακτή» είναι μια αληθινή ιστορία. Ο συγγραφέας με το ψευδώνυμο Φριτς Τσορν, λίγο πριν πεθάνει στα 32 χρόνια του από εκτεταμένο κακόηθες λέμφωμα και απογοητευμένος από τη στρεβλή πορεία της ζωής του, γράφει την αυτοβιογραφία του με έναν ιδιαίτερο τρόπο, εστιασμένο στην αρρώστια που του ρουφάει αργά-αργά τη ζωή. Η γραφή είναι στενόχωρη, σχεδόν αποπνικτική, τραγική. Αν ήθελε κανείς να απομονώσει το επικρατούν συναίσθημα που διακατέχει τον καρκινοπαθή συγγραφέα αυτό είναι η οργή. Απύθμενη οργή για τη ζωή, για τους γονείς και τη καταγωγή, για την πόλη του, την πατρίδα του, την κοινωνία που ζει, οργή για τη μοίρα, για τον Θεό, για τον εαυτό του, οργή για όλα και όλους. Για αυτό ίσως διάλεξε και το ψευδώνυμο «Τσορν», που στα Γερμανικά σημαίνει «θυμός». Παραδόξως, για το μόνο που δεν είχε θυμό ήταν για την κακοήθη νόσο εξ αιτίας της οποίας αργόσβηνε. Κι αυτό, γιατί θεωρούσε την κακοήθη νόσο σαν την σωματική έκφανση της ψυχικής νόσου του και έδινε όλο το βάρος της νόσησης και της θεραπείας στην τελευταία.

Από αυτή την δογματικής φύσεως πεποίθηση ξεκινούσαν και τελείωναν όλες οι σκέψεις, συναισθήματα, παραδοχές και απορρίψεις που βασάνιζαν την ταραγμένη του ύπαρξη. Ο παθών με έμφαση, με εμμονή και αδιαπραγμάτευτα αποδίδει τη νεύρωση και την κατάθλιψή του -που εν τέλει του προκάλεσαν τον ολέθρια νεοπλασία- στους γονείς του και στον ιδιαίτερο τρόπο που αυτοί σκεφτόταν και δρούσαν και στο γεγονός ότι του μετέφεραν την αρρωστημένη, συντηρητική νοοτροπία τους. Η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών ήταν ο κλειστός οικογενειακός κύκλος μέσα στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγγραφέας. Γράφει: «…Είμαι νέος και πλούσιος και μορφωμένος. Και είμαι δυστυχισμένος, νευρωτικός και μόνος. Κατάγομαι από μια από τις καλύτερες οικογένειες της δεξιάς όχθης της λίμνης της Ζυρίχης που είναι γνωστή σαν Χρυσή Ακτή. Με ανάθρεψαν μεγαλοαστικά και υπήρξα σε όλη μου τη ζωή άψογος και καθωσπρέπει. Η οικογένειά μου είναι αρκετά εκφυλισμένη και είμαι κι εγώ αρκετά επιβαρυμένος κληρονομικά και με βλάβες από το κοινωνικό μου περιβάλλον. Φυσικά, όπως είναι αυτονόητο από τα πιο πάνω, έχω και καρκίνο. Με τον καρκίνο το πράγμα έχει δύο όψεις: από τη μια μεριά, είναι μια σωματική αρρώστια από την οποία σε λίγο θα πεθάνω… Από την άλλη μεριά, είναι μια αρρώστια ψυχική για την οποία μπορώ να πω ότι είναι ευτύχημα που επιτέλους εκδηλώθηκε…». Σε όλο σχεδόν το κείμενο του βιβλίου ξετυλίγονται με κυνισμό και πίκρα λεπτομέρειες από τη ζωή μέσα στην πλούσια, μεγαλοαστική οικογένεια, οι αρρωστημένες επιρροές του ηθικισμού, του καθωσπρεπισμού, το επιδερμικό λούστρο, το ψέμα, η πλαστή «αρμονία» της κοινωνικής ζωής, η υποκρισία στους τρόπους συμπεριφοράς, το σύμπλεγμα ανωτερότητας έναντι άλλων συνανθρώπων, η στείρα θρησκευτικότητα, η έλλειψη ειλικρινούς επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, η αποφυγή συζήτησης για φλέγοντα θέματα, όπως πολιτικής φύσεως θέματα, οι κοινωνικές αδικίες, ο έρωτας, το σεξ, η αρρώστια, ο θάνατος, κλπ. Με τα χρόνια αυτή η υποκριτική και απατηλή ατμόσφαιρα της οικογενειακής εστίας επέδρασε καταστρεπτικά στον ψυχισμό του μοναδικού γόνου. Όλα τα πλούτη, οι ανέσεις, οι επαγγελματικές επιτυχίες, η κοινωνική καταξίωση του ιδίου και της οικογένειας καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος. Αλλάζουν τα πάντα μέσα του. Δυσπροσάρμοστος στο χώρο του, χωρίς φίλους, χωρίς ερωτικά σκιρτήματα, χωρίς έντονα συναισθήματα και φιλοδοξίες, ο νέος συγγραφέας, πρώτα σαν μαθητής και ακολούθως σαν φοιτητής και εκπαιδευτικός, διαπίστωνε να ερημώνει το μέσα του. Χωρίς χαρά για τη ζωή, για τα νιάτα, χωρίς έρωτες και φιλίες, χωρίς δημιουργικές πρωτοβουλίες ασφυκτιούσε μέσα στην εσωτερική του αφυδάτωση. Αδιαφορία και κατάθλιψη γέμισαν τα πάντα μέσα του. Ζούσε μέσα σε ένα μαύρο, θολό σύννεφο που του αλλοίωνε τον κόσμο, τις σκέψεις, την καθημερινότητα, τις σχέσεις, τη ζωή.

Και μετά τον επισκέφτηκε ο καρκίνος. Ξεκίνησε από ένα διογκωμένο τραχηλικό λεμφαδένα στον οποίο δεν έδωσε έγκαιρα τη δέουσα σημασία, για να φτάσει η νόσος να απλωθεί και να απειλεί φανερά τη ζωή του νέου συγγραφέα. Το παράδοξο είναι ότι ο αυτοβιογραφούμενος ασθενής δεν καταφέρεται κατά της αρρώστιας του. Αντιθέτως, θεωρεί την εμφάνισή της φυσιολογική, την αποδίδει χωρίς δισταγμό στην ψυχική του διαταραχή και σαν απόλυτους ενοχοποιητικούς παράγοντες κατηγορεί ευθέως τους γονείς του, την νοοτροπία τους και τον τρόπο που τον γαλούχησαν. «…Στο χωρίς χαρά δρόμο της ζωής μου, απ’ όλα όσα πήρα από το σπίτι μου ο καρκίνος είναι αναμφισβήτητα είναι το πιο καλό που μου έτυχε…».  Εδραιώνεται μέσα στη συνείδησή του η  τρομακτική πεποίθηση ότι το φυσιολογικό είναι η αρρώστια και ότι η ζωή παίρνει την αληθινή της έννοια μόνο από τη στιγμή που αυτό που ονομάζουν «αρρώστια» θρονιάζεται στο κορμί και μετατρέπει τη γεμάτη δηλητήριο «φυσιολογικότητα» σε ένα κακοήθη όγκο που κόβει την ανάσα και το νήμα της ζωής. Ο Τσορν μιλώντας για τον καρκίνο του τον χαρακτηρίζει σαν ένα κόμπο-όγκο που σχηματίστηκε «από τα δάκρυα που κατάπινα». Αληθινός καρκίνος είναι ο ψυχικός του όλεθρος και οι λόγοι που τον γέννησαν, τον πυροδότησαν και τον ενδυνάμωσαν. Πιστεύει ακάθεκτα ότι η μόνη θεραπεία του καρκίνου του είναι η απαλλαγή του από τα θανατηφόρα δίχτυα της νεύρωσής του, γεγονός στο οποίο έχει επικεντρώσει όλη του την ενέργεια για να την απομακρύνει, αλλά δυστυχώς χωρίς επιτυχία.

Ο Τσορν χρησιμοποιεί τον μονόλογο, γράφει στο πρώτο ενικό πρόσωπο και οι προτάσεις του θυμίζουν λόγια ασθενούς στο κρεβάτι του ψυχαναλυτή. Δεν τον απασχολεί η αισθητική του κειμένου, δεν μπορεί κανείς να εντάξει το βιβλίο του στο χώρο της λογοτεχνίας. Είναι μαρτυρία’ ή μάλλον διαμαρτυρία. Βιάζεται, ασθμαίνει, καταλαβαίνει την απώλεια των φυσικών δυνάμεών του και ουσιαστικά προσπαθεί να τελειώσει την ιδιόρρυθμη αυτοβιογραφία του πριν τον προλάβει ο θάνατος (μια μέρα πριν πεθάνει ο εκδότης του ανακοίνωσε την απόφαση για την έκδοση του βιβλίου). Αυτό προσθέτει επιπλέον αγωνία και τραγικότητα στο κείμενο. Ο αναγνώστης εισπράττει το προθανάτιο λαχάνιασμα, την αφόρητη ψυχική πίεση, την πίκρα και κυρίως την οργή. Όσο η μεταστατική νόσος επιδεινώνεται τόσο ο λόγος γίνεται χολώδης, δηλητηριώδης, κυνικός. Παρά τις διάφορες ιατρικές παρεμβάσεις η βελτίωση δεν φαίνεται, ο ψυχισμός δεν βελτιώνεται και ο λόγος σκληραίνει ακόμα περισσότερο. Οι στόχοι προς το τέλος αλλάζουν και το μόνο  πλέον που του δίνει ευχαρίστηση είναι να κεντρίζει τα νύχια του όσο γίνεται πιο βαθιά και να χύνει όσο γίνεται πιο πολύ δηλητήριο. Ακολουθεί τη συμβουλή της γυναίκας του βιβλικού Ιώβ: «βλαστήμα το Θεό και πέθανε». Θεωρεί την υπομονή σαν το χειρότερο ελάττωμα του ανθρώπου. Μπαίνει πια σε μια κόλαση, παίζει τον ρόλο του εωσφόρου, χαρακτηρίζει τον Θεό τέρας: «ο σατανάς είναι ο επαναστάτης που διαλέγει θεληματικά για κατοικία του την κόλαση παρά ν’ ανέχεται ακόμα να βλέπει ένα θεό-τέρας».

Ο Τσορν δεν συγχωράει τίποτε και κανένα. Οδεύει προς τον θάνατο μέσα σε μια θύελλα οργής. Για αυτόν ο θάνατος μετατρέπεται σε μια μορφή αντίστασης και επανάστασης στο νοσηρό κοινωνικό κατεστημένο. Ο θάνατός του εμπεριέχει συγχρόνως και τον θάνατο ενός άρρωστου κόσμου. Πεθαίνει ο ίδιος, αλλά συγχρόνως παρασύρει στον θάνατο και μια σάπια κοινωνία που διαμόρφωσε μέσα του τον παθολογικό ψυχισμό του, την αδυναμία του να χαρεί τη ζωή. Δεν μπορεί να δει τίποτε με αγάπη’ γιατί όλος ο κόσμος στα μάτια του είναι αρρώστια. Αρρώστια σε κάθε επίπεδο: κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, ηθικό, φιλοσοφικό, πνευματικό. Στη παθολογικά αλλοιωμένη συνείδηση όπως διαμορφώθηκε μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς του διαταραγμένου ψυχισμού του όλες οι εκφάνσεις της ζωής και της ιστορίας του κόσμου συνετέλεσαν στη νεύρωση, στον καρκίνο και στον θάνατο.

Ο εκδότης του βιβλίου Adolph Muschg στον εκτεταμένο και πολύ σημαντικό πρόλογο επισημαίνει: «…Πέθανε γιατί δεν έμαθε να μοιράζεται τη ζωή του με τους συνανθρώπους του, μέχρι που ήταν πια πάρα πολύ αργά. Αυτό που του έλειψε ήταν το ότι δεν βρέθηκαν άνθρωποι που να απαιτήσουν έγκαιρα να τους ανοίξει την καρδιά του και να μοιραστεί τη ζωή μαζί τους. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, αδιάφορη για το Διπλανό μας και αθεράπευτα άρρωστη, ο θάνατός του δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Και ακριβώς αυτό αποτελεί το συγκλονιστικό στοιχείο αυτού του βιβλίου».

Από το Χαράλαμπο Ανδρεάδη, Παθολόγο Ογκολόγο, ΑΝΘ “Θεαγένειο”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Newsletter

footer

Όροι Χρήσης

Κλινικές μελέτες ΕΟΠΕ

copyrights HTML